Τα λογιστήρια και τα ληξιαρχεία ΔΕΝ διαθέτουν παρκέ…

Ο Παναθηναϊκός παρουσιάζεται κάτι παραπάνω από αποτελεσματικός στις υποθέσεις που τον ενδιαφέρουν, την ώρα που η κουβέντα για το μπάτζετ και το ηλικιακό κριτήριο φαντάζει μονοδιάστατη, ίσως και υπερβολική. Του Κώστα Κουτσαυλή.

Advertisements

Στο προηγούμενο κομμάτι που είχε γραφτεί σε τούτη εδώ τη γωνιά, υπήρξε μεταξύ άλλων η υποσημείωση για το μεγάλο μπόνους που αποκόμισε ο Παναθηναϊκός, τη στιγμή που σήκωσε στον ουρανό του ΟΑΚΑ το 37ο πρωτάθλημά της ιστορίας του.

Η τελευταία εντύπωση της σεζόν ήταν -κάτι παραπάνω- από θετική, προσφέροντας στο τριφύλλι τη δυνατότητα ομαλής μετάβασης από το αγωνιστικό σκέλος στο αντίστοιχο του σχεδιασμού.

Οι στοχεύσεις ήταν ξεκάθαρες και οι πράξεις ανάλογες: Έκλεισε ο Λάσμε, διευθετήθηκε σχετικά νωρίς το θέμα Καλάθη, βρέθηκε η λύση με τον Παππά, έκλεισε το deal με Λάνγκφορντ (με το 1/3 των χρημάτων που έπεσαν στο τραπέζι ως πρόταση την προηγούμενη φορά που έγινε κουβέντα), ενώ το πρότζεκτ του Πασκουάλ έπεισε ένα ελληνόπουλο 24 ετών να αφήσει τον Πειραιά για το Μαρούσι (Παπαπέτρου).

Αντιθέτως, ο ηττημένος της υπόθεσης (Ολυμπιακός) αναγκάστηκε να προβεί σε θεμελιώδεις αλλαγές, αποχαιρετώντας προπονητή, βοηθό αλλά και τον Ιωάννη Παπαπέτρου, καταστρώνοντας νέα στρατηγική από το μηδέν, υπό το βάρος των δύο συνεχόμενων ετών χωρίς τίτλο…

Τη δεδομένη στιγμή, αντικειμενικά, ο Παναθηναϊκός βρίσκεται δύο βήματα μπροστά από τον αιώνιο αντίπαλό του, έχοντας τσεκάρει με (ν) τα περισσότερα «πρέπει» που οριοθετήθηκαν στις συναντήσεις του Πασκουάλ με τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο. Από τη στιγμή δε που ο ηγέτης αυτής της ομάδας «σφράγισε» το μέλλον του στο τριφύλλι, εξασφαλίστηκε ότι τα όποια επόμενα βήματα θα γίνουν με υπομονή, δίχως βιασύνες.

Κοιτάζοντας γύρω μας, παρατηρούμε για ακόμη μια χρονιά το ότι πλέον, η ελληνική αγοραστική δύναμη απέχει αρκετά από την αντίστοιχη των Τούρκων και των Ρώσων. Κι όμως, ο Παναθηναϊκός μπόρεσε να εκτελέσει με… χειρουργική ακρίβεια -ως τώρα- τις υποθέσεις που τον ενδιέφεραν, δίχως να υπάρξουν απώλειες. Σε ένα καλοκαίρι που όλα μοιάζουν να πηγαίνουν καλά, που ο σχεδιασμός εκτελείται κατά γράμμα, παρ’ ότι βρισκόμαστε στα μέσα Ιουλίου, υπάρχουν και οι φωνές της απέναντι όχθης.

Ένα μεγάλο μέρος των οπαδών του Παναθηναϊκού έχει καταφέρει να συναισθανθεί τα σημεία των καιρών. Να κατανοήσει πως προσφορές όπως αυτές που έγιναν στον Καλάθη αποτελούν υπερβάσεις, όχι… ρουτίνα (όπως συνέβαινε παλαιότερα) αλλά και να μπει στη λογική του Πασκουάλ που αναζητά διορθωτικές κινήσεις στο ροτέισον και όχι θεμελιώδεις προσθήκες, πλην της θέσης «4». Αντίθετα, υπάρχει και μια βροντερή μειοψηφία που παρατηρεί την πορεία των πρωταθλητών στα μεταγραφικά κάπως… μονόφθαλμα.

Ο Λάσμε είναι 35, ο Λάνγκφορντ, 34. Δύο από τις τρεις κινήσεις του Παναθηναϊκού βρίσκονται στα μέσα των πρώτων «-άντα» κι αυτό αποτελεί «κόκκινο» πανί για ορισμένους, δίχως να υπάρχει η δυνατότητα ψύχραιμου «διαβάσματος» των δύο αυτών μεταγραφών. Ναι, τα χρόνια δεν γυρνάνε πίσω, όμως ποιος είπε ότι οι δύο αποκτήθηκαν για να παίζουν 30 λεπτά;

Βάσει αυτών που προκύπτουν, ο Πασκουάλ έχει οραματιστεί μια ομάδα που κινείται σε… διπλό ταμπλό. Από τη μια μεριά υπάρχει ο Παναθηναϊκός made in Greece, που πλέον διαθέτει μια ισχυρή εξάδα Ελλήνων, στην οποία ίσως προστεθεί και ο Παπαγιάννης στο μέλλον (υπάρχουν σκέψεις για την περίπτωσή του). Πλέον, το τριφύλλι διαθέτει τον 29χρονο Καλάθη, τον 28χρονο Παππά, τον 25χρονο Θανάση, τον 24χρονο Παπαπέτρου και τον 22χρονο Μήτογλου). Αν εξαιρεθεί ο 33χρονος Βουγιούκας, το παρεάκι αυτό μπορεί κάλλιστα να κινεί τα νήματα για την επόμενη πενταετία, προσθέτοντας στο τριφύλλι το στοιχείο που του έλειπε από το 2012 και μετά: την ισχυρή παρουσία γηγενών.

Από την άλλη μεριά υπάρχει ένα ετερόκλητο γκρουπ ξένων που ναι μεν έχει υψηλότερο μέσο όρο ηλικίας, αλλά δεν παύει να έχει στόχους και δίψα για διακρίσεις. Διαβάζοντας τις δηλώσεις του Λάνγκφορντ και κατανοώντας ότι ο τύπος μόνο που δεν… κοπάνησε το κεφάλι του στον τοίχο που δεν ήρθε νωρίτερα, αλλά και τις αντίστοιχες του Λάσμε, καταλαβαίνεις ότι τα παιδιά αυτά δεν σκοπεύουν να… κολλήσουν τα τελευταία ένσημα. Ήρθαν για να πλαισιώσουν με την εμπειρία τους τον υπέροχο κορμό Ελλήνων που ισχυροποιήθηκε αρκετά φέτος, έχοντας τις ίδιες υψηλές βλέψεις. Και κυρίως, κατανοώντας πως ο ρόλος τους θα είναι εκείνος του συμπληρωματικού πρωταγωνιστή…

Οι Έλληνες που βρίσκονται στην κατάλληλη ηλικία, μαζί με τους υπάρχοντες ξένους, συν την προσθήκη που θα γίνει στο «4», ως συμπλήρωμα στο πρότζεκτ του Ντίνου Μήτογλου, φανερώνουν ότι ο Παναθηναϊκός θέλει να ισχυροποιήσει τη θέση του, διατηρώντας το επίπεδο ψηλά. Ουσιαστικά, κρίνοντας από το μέχρι στιγμής «πήγαινε-έλα», η μοναδική απώλεια που ουσιαστικά πληγώνει το τριφύλλι είναι εκείνη του Σίνγκλετον κι όχι τόσο του Τζέιμς.

Επιλέγοντας τη μεταστροφή της κουβέντας καθαρά στο ηλικιακό κριτήριο, αφήνεις πίσω σου τα υπόλοιπα κριτήρια που συνθέτουν μια επιλογή. Μιλώντας αποκλειστικά για τα 35 χρόνια του Λάσμε, μπορεί να μην εξετάσεις το γεγονός πως η φυσική του κατάσταση παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Μουρμουρίζοντας για τα 34 χρόνια του Λάνγκφορντ, μπορεί να ξεχαστεί το γεγονός πως πρόκειται για τον (x2) Πρώτο Σκόρερ της Ευρωλίγκας. Έναν παίκτη που συνδέεται με κάθε τρόπο με το αντίπαλο καλάθι, με εξωπραγματικούς μ.ο στην επίθεση. Και ούτω καθεξής…

Εν τέλει, η ουσιαστική απάντηση του πλάνου που ακολουθεί ο Παναθηναϊκός θα έρθει μέσω της εικόνας και κυρίως της αποτελεσματικότητας, η οποία θα καθρεπτιστεί στο παρκέ. Εκεί θα φανεί εάν αυτά που συζητήθηκαν φέτος θα έχουν αντίκρισμα. Όταν με το καλό κλείσει το ρόστερ, τότε θα φανερωθεί η πλήρης εικόνα, η οποία όμως δεν γίνεται παρά να εξεταστεί σφαιρικά.

Ασχέτως αν το DNA μας θρέφεται από τα μεταγραφικά αλισβερίσια και τις κουβέντες/συγκρίσεις περί μπάτζετ, η αλήθεια είναι ότι το μπάσκετ δεν παίζεται στα λογιστήρια και τα ληξιαρχεία.

Ερχόμαστε!

Η μεγαλύτερη στιγμή της σεζόν φτάνει. Ξεκινάει η 2η κατασκηνωτική περίοδος του Διονύσου. Γράφει ο Κώστας Τάτσης.

Το μυαλό μου είναι αλλού εδώ και καιρό. Από την μέρα που έστειλα την αίτησή μου στο ΤΥΠΕΤ, περίμενα πως και πώς να περάσει ο καιρός. Να πατήσω ξανά το πόδι μου στο αγαπημένο μου μέρος. Να μυρίσω τον καθαρό αέρα του Διονύσου και να αράξω κάτω από τη σκιά του πεύκου. Τα πράγματα βέβαια, δεν ήταν ακριβώς έτσι εξαρχής.

Μετά από πολλούς μήνες ανεργίας, αποφάσισα να αφήσω στην άκρη την αγάπη μου για την αθλητική δημοσιογραφία και να βρω μια δουλειά, η οποία θα μου δίνει χρήματα και συνάμα κίνητρο για το μέλλον. Πήγα λοιπόν, με το χαλαρό μου στυλ, σε ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ της περιοχής μου και –παρόλο που δεν ήμουν στα πρώτα πλάνα του ιδιοκτήτη- το σύμπαν συνωμότησε και ξεκίνησα να εργάζομαι εκεί.

Μιλώντας λοιπόν με τον Άρη, έφτασε η κουβέντα στην κατασκήνωση και άκουσα από τα χείλη του κάτι που κι εγώ ήξερα, αλλά δεν ήθελα να το πιστέψω. Πριν από οκτώ μήνες μου δήλωσε πως «φέτος καταλαβαίνεις πως δεν γίνεται να πας κατασκήνωση». Όσο και να με στενοχωρούσε το γεγονός αυτό, έπρεπε να συμβιβαστώ και να πάω παρακάτω. Πρώτη φορά στη ζωή μου είχα βρει μια κανονική δουλειά και δεν μπορούσα να την αφήσω.

Ωστόσο, μετά από δύο μήνες, κι ενώ ετοιμαζόμουν να πιάσω δουλειά, ένα ηλιόλουστο απόγευμα της άνοιξης, ειπώθηκε κάτι που ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα θα άκουγα. «Ρε συ, τελικά μπορεί να βρούμε τη φόρμουλα και να πας κατασκήνωση που θες». Οι κατασκηνωτικοί μπορείτε να καταλάβετε πως ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Είχα διαγράψει τη λέξη «ΤΥΠΕΤ» από το μυαλό μου, αφού οι σκέψεις ότι φέτος θα είμαι εκτός Διονύσου για πρώτη φορά μετά από επτά χρόνια, με έκαναν να νιώθω λύπη. Κι όμως, λίγο καιρό μετά, είχα την ελπίδα ότι η φόρμουλα θα βρεθεί και θα πάω για μια «τελευταία φορά» στο «Διονύσου την πευκόφυτη πλαγιά».

Έχω πει πολλές φορές, με το χέρι στην καρδιά, πως η κατασκήνωση είναι για μένα το δεύτερο σπίτι μου. Είναι το ησυχαστήριό μου. Εκεί που όλοι περιμένουν την άδειά τους για να πάνε… Σκιάθο, εγώ την θέλω για να πάω για δουλειά στον Διόνυσο. Κάθε χρόνο αυτό κάνω και θα συνεχίσω να το… παλεύω μέχρι τέλους. Μέσα στο ΤΥΠΕΤ όλοι αφήνουμε τον εαυτό μας ελεύθερο. Μακριά από στερεότυπα και λοιπές… αηδίες. Προσπαθούμε να ζήσουμε αρμονικά μεταξύ μας, ακόμη κι αν ξέρουμε πως είμαστε η μέρα με τη νύχτα.

Το γράφω (βασικά, έχω χάσει το μέτρημα, οπότε…) για πολλοστή φορά. Όσοι έχουν πάει σε τέτοια μέρη έστω και μια φορά στη ζωή τους, ξέρουν. Για μας, για μένα, η κατασκήνωση είναι πολλά πράγματα. Είναι γέλιο, αγάπη, χαμόγελο. Είναι το πρωινό ξύπνημα στις 08:20, οι δραστηριότητες, η πλατεία και οι βραδινές ψυχαγωγίες. Είναι το γέλιο της πρώτης μέρας και το δάκρυ της τελευταίας. Είναι υγεία και χαρά! Όσα χρόνια κι αν περάσουν, αυτή η συνθήκη δεν αλλάζει.

Όσο με κρατούν τα… πόδια και το κεφάλι μου –και φυσικά όσο μου το επιτρέπει ο φόρτος εργασίας μου- θα πηγαίνω κατασκήνωση. Για κάποιους είμαι τρελός. Για άλλους όχι. Σίγουρα όμως είμαι ένα πράγμα. Άρρωστος με την κατασκήνωση. Ετοιμαστείτε λοιπόν για μία ακόμη «τελευταία φορά». Μέχρι την επόμενη.

*photo: Nikolas Proveleggios

Δεν υπάρχει «νέος Μαραντόνα», ούτε και ηγέτης…

Ο Μέσι φάνηκε -σε ένα ακόμη μεγάλο τουρνουά- ότι δεν είχε τα προσόντα να ηγηθεί. Οι συμπατριώτες του δεν κατάλαβαν -για ακόμη μια φορά- πόσο δύσκολο είναι να ξεφύγεις -ακόμη κι αν είσαι o Μέσι- από τη σκιά του Μαραντόνα. Η Αργεντινή συνεχίζει να κυνηγά φαντάσματα ψάχνοντας νέο… θεό, ενώ αποδείχθηκε ότι δεν διαθέτει ούτε… ημίθεους. Του Κώστα Κουτσαυλή.

Η Μπαρτσελόνα αποτελεί ένα κλαμπ-υπόδειγμα, όσον αφορά την παραγωγική διαδικασία των ακαδημιών, αλλά και της εφαρμογής ενός συγκεκριμένου πλάνου, που έφερε μια ντουζίνα επιτυχίες ανά τα χρόνια. Είτε ο καπετάνιος λεγόταν Ράικαρντ και Γκουαρντιόλα, είτε Βιλανόβα και Βαλβέρδε. Η συχνότητα των επιτυχιών μπορεί μεν να διέφερε, αλλά κάθε χρόνο, η Μπάρτσα εξασφάλιζε έστω το μίνιμουμ.

Ο Μέσι είναι «παιδί» αυτού του πλάνου. Αποτελεί μέλος μιας «καλολαδωμένης μηχανής» που παρά τους όποιους κλυδωνισμούς, δεν σταμάτησε να παράγει, να αναπτύσσεται και να λειτουργεί φέρνοντας αποτελέσματα, από το 2005 μέχρι τις μέρες μας.

Η Αργεντινή όμως είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Σε μια ιδιότροπη χώρα, που λατρεύει έναν ιδιόρρυθμο θεό (Μαραντόνα), δεν υπάρχει χώρος για άλλους ”Μεσσίες”, όπως ο Λίο χαρακτηρίζεται στη Βαρκελώνη. Αντίθετα, στο Μπουένος Αΐρες χρειάζονται νέους ”πολέμαρχους”.

Από τη μία, ο Λίο έχει αποδείξει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να προσαρμοστεί από το «αποστειρωμένο» περιβάλλον της Βαρκελώνης στη μούρλα του Μπουένος Άιρες και να αποδώσει όπως θέλει κι όπως τον θέλουν. Δεν το «έχει», δεν το έμαθε από μικρός. Από την άλλη, οι συμπατριώτες του, βλέποντας τον να οργιάζει στην Ευρώπη, δεν δίστασαν να του «καρφώσουν» στις πλάτες του, από νωρίς, την ταμπέλα του νέου Μαραντόνα.

Ο παικταράς που ακούει στο όνομα Λιονέλ Μέσι, ήδη έχει γράψει το όνομά του στη χρυσή βίβλο του ποδοσφαίρου, κι αυτό δεν το αρνείται κανείς. Έχουμε δει με τα μάτια μας τι έχει κάνει και περιμένουμε να δούμε το τι μπορεί να κάνει στο μέλλον. Με τη φανέλα της Μπαρτσελόνα όμως, η οποία είναι η δική του ποδοσφαιρική Μέκκα. Ο ιερός τόπος που τον έχει «τραβήξει» ψυχή τε και σώματι. Τον μεγάλωσε, τον βοήθησε, τον «έφτιαξε» και εκείνος της ανταπόδωσε τα μέγιστα.

Για την Αργεντινή όμως, τη χώρα των χιλίων προβλημάτων, σε πολιτικό και ποδοσφαιρικό επίπεδο, της βίας, του πάθους, των εκατοντάδων παικταράδων που παίζουν στις γειτονιές αλλά δεν αγγίζουν ποτέ όσα είδε ο κοντός, στη χώρα της ντρίμπλας και συνάμα της κλωτσιάς και της καυτής ατμόσφαιρας του Μονουμεντάλ, των μεγάλων ταξικών ανισοτήτων, που θεοποίησε τον Ντιέγκο Μαραντόνα και από τις αρχές του ’90 ψάχνει εναγωνίως διαδόχους, ο Μέσι θεωρείται -εκ του αποτελέσματος- αποτυχημένος.

Μια αποτυχία που δεν βαραίνει τόσο τον ίδιο, αλλά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τη διαχείριση που έγινε εκατέρωθεν. Ούτε ο Μέσι μπόρεσε να φορέσει τη μπέρτα του ηγέτη, σε μια εποχή που το one-man show έχει μεν εκλείψει, αλλά όλοι αναζητούν από τον Νο1 να κάνει 1-2-3 φορές το κάτι παραπάνω. Βεβαίως, ούτε η χώρα που τον γέννησε δεν μπόρεσε να καταλάβει από νωρίς, ότι ο κοντός είναι παιχταράς, αλλά δεν είναι ο ηγέτης που χρειάζονται και θέλουν, κυρίως έτσι όπως τον θέλουν…

Όταν έφτασε ο Απόστολος Παύλος στην Αθήνα έκανε περιπάτους μέσα στην πόλη, η οποία ήταν γεμάτη ναούς, αγάλματα και βωμούς των ειδώλων. Ανάμεσα στους άλλους βωμούς είδε κι έναν αφιερωμένο: “ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΕΟ” (Τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ). Τότε ήταν που βρέθηκε η ευκαιρία να μιλήσει στους Αθηναίους και να τους δώσει να καταλάβουν ότι ο Θεός αυτός υπάρχει, αρκεί να τον κατανοήσουν και να ”υποδεχθούν” τη διδασκαλία του…

Κατά την ταπεινή άποψη ενός ανθρώπου που δεν έζησε τον Μαραντόνα στις δόξες του, αλλά έχει νιώσει στο έπακρο το τι πρεσβεύει και τι παρουσίασε στα γήπεδα, οι Αργεντινοί για να ορθοποδήσουν, θα πρέπει να αφήσουν στην άκρη τις ταμπέλες που αναγράφουν ”Νέος Μαραντόνα”.

Αυτές τις ταμπέλες που ψάχνουν να κολλήσουν στην πλάτη κάθε 10αριού που έχει εμφανιστεί μετά τον Ντιέγκο και δείχνει ότι μπορεί να κάνει το κομμάτι του στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ταμπέλες τόσο «βαριές» που έχουν λυγίσει άλλους κι άλλους. Δεν την σήκωσε -για παράδειγμα- ο Ρικέλμε και ο Αιμάρ, παίκτες που έχουν παίξει -έστω και μια φορά- σε ένα Μπόκα – Ρίβερ.

Οι νέες επιγραφές δεν θα πρέπει να έχουν το όνομα του Μαραντόνα, αλλά να αφιερωθούν στον… άγνωστο θεό και να αφορούν τον ”Νέο ηγέτη”. Διότι νέο Μαραντόνα δεν πρόκειται να ξαναδούμε, στο άμεσο μέλλον. Νέους ηγέτες όμως μπορούμε, αρκεί να προστατευτούν και να τους προστατεύσουν.

Κυρίως, οι επίδοξοι πιονιέροι της Αργεντινής του μέλλοντος, θα πρέπει να έχουν τα απαραίτητα προσόντα (τεχνική συν προσωπικότητα) ώστε να υπηρετήσουν τον ρόλο τους. Κάτι που δεν συνέβη σε καμία περίπτωση με τον Μέσι…

Νέα, «ολόχρυσα» κλειδιά και μια… μακαρονάδα!

Ο Παναθηναϊκός ασπάστηκε εξ αρχής το δόγμα «Καλάθης uber alles» και ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος περιμένει ένα νεύμα από τον 29χρονο γκαρντ, ώστε να του παραδώσει ανά χείρας τα νέα, βελτιωμένα και κυρίως… ολόχρυσα κλειδιά της ομάδας. Του Κώστα Κουτσαυλή.

Ανεξαρτήτως οπαδικών προτιμήσεων, οι οποίες επηρεάζουν λίγο ή πολύ την κρίση του θεατή, οι φετινοί τελικοί της Basket League δεν προσέφεραν τα αναμενόμενα, από πλευράς θεάματος. Από την άλλη μεριά, η διαδικασία που κλήθηκε να περάσει ο Παναθηναϊκός και εν τέλει τον ανέδειξε νικητή, ίσως αποδειχθεί καθοριστική για μια σειρά ζητημάτων, που αφορούν το μέλλον.

Πριν καλά καλά περάσει ένα πενθήμερο από τη στιγμή που οι «πράσινοι» σήκωσαν την κούπα στον ουρανό του ΟΑΚΑ, μπορούν κάλλιστα να υπερηφανεύονται για το γεγονός πως ήδη, δίχως περιστροφές, βρίσκονται ένα βήμα μπροστά, σε σχέση με τον Ολυμπιακό. Δικαίωμα που το κέρδισαν, βγαίνοντας νικητές από μία αλλοπρόσαλλη και ιδιαίτερα κρίσιμη σειρά, η οποία έδωσε αέρα υπεροχής και ηρεμία στον θριαμβευτή, ενώ αντίθετα, βύθισε στις σκέψεις του τον ηττημένο.

Η κατάκτηση του 37ου πρωταθλήματος, δίνει στον Παναθηναϊκό μια σειρά από μικρά, αλλά άκρως πολύτιμα bonus, στο διαπραγματευτικό πεδίο και στον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας. Στον κλάδο της διπλωματίας, δεν μετρούν μόνο οι καλές προθέσεις και οι αποδείξεις του πλούτου, αλλά η δυναμική των τελευταίων εντυπώσεων και τα «υλικά» των θεμελίων. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος, του μοναδικού τροπαίου που έμενε προς διεκδίκηση, αφού η ΑΕΚ είχε πάρει σπίτι της το Κύπελλο και το Final-4 έμεινε… ορφανό από Έλληνες, δίνει την ανάλογη ηρεμία και δυναμική στους Πασκουάλ και Δημήτρη Γιαννακόπουλο, για να δουν την όλη ιστορία με ηρεμία και σύνεση.

Κι εφόσον η κουβέντα πήγε στα θεμέλια, θα ήταν άδικο, ως και… αυτοκτονικό, να μην γίνει προσπάθεια ανανέωσης του συμβολαίου του Νικ Καλάθη. Ο άνθρωπος που ήρθε το 2015 για να προετοιμάσει τη διάδοχη κατάσταση, μετά την απόσυρση του Διαμαντίδη, άκουσε τα εξ αμάξης, αλλά κατάφερε να αντιστρέψει το κλίμα και στο τέλος, ν’ ακούσει το όνομά του ως σύνθημα στο ΟΑΚΑ. Πράγματα που κατέκτησε με το σπαθί του και την τόλμη που επέδειξε, βγάζοντας στο παρκέ αρετές που ήταν ικανές να τον χρίσουν ως ηγέτη.

Προφανώς, λοιπόν, και θα γίνουν προτάσεις όπως αυτή που φημολογείται πως έγινε (6.5 εκατ. για τρία χρόνια) στον Νικ, ο οποίος πληροί όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις μακροημέρευσης στο ΟΑΚΑ. Αν κάποιος διαφωνεί, υπάρχει ανοιχτή πρόκληση στο να βρεθεί αλλού ένας Έλληνας στην καλύτερη μπασκετική ηλικία (29 ετών), με αρκετά χρόνια εμπειρίας στην Ευρωλίγκα και πέρασμα από το ΝΒΑ, εν ενεργεία διεθνής, προερχόμενος από χρονιά με 14 πόντους κατά μ.ο και πάνω από 8 ασίστ.

Ορθώς, όλα τα «σφυριά» έχουν πέσει στην υπόθεση του Νικ Καλάθη, που είναι φύσει και θέσει ηγετική μορφή του Παναθηναϊκού, ανεβάζοντας το επίπεδο της συνεισφοράς του χρόνο με τον χρόνο. Σε μια εποχή που τα λεφτά δεν βγαίνουν με τη σέσουλα και οι ελληνικές ομάδες δεν ψωνίζουν άνετα από το «πάνω ράφι», η προσφορά που έγινε στον Καλάθη, αντικατοπτρίζει την πρόθεση όλων στο να διατηρηθεί στη βάση της η ραχοκοκκαλιά της ομάδας.

Πλην Καλάθη, υπάρχουν άλλα έξι συμβόλαια που λήγουν, ωστόσο θα περιμένουν στην άκρη, μέχρι να φανεί το τι θα συμβεί με τον Νικ. Ο Σίνγκλετον φημολογείται πως έχει καλύψει τα πόδια του με τη «χρυσή» πρόταση από τη Φενέρ του Ζοτς, ενώ για τον Τζέιμς, οι Ιταλοί έχουν… λυσσάξει από τη μεγάλη εβδομάδα, περί «δυνατής» συμφωνίας με την Αρμάνι Μιλάνο. Ξοπίσω τους υπάρχουν οι Ρίβερς, Λοτζέσκι, Παππάς και Όγκαστ. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, ο Παναθηναϊκός ακολουθεί -και ορθώς πράττει- το δόγμα του «Καλάθης uber alles».

Σύμφωνα με τα όσα ακούγονται και γράφονται, η υπόθεση θα έχει αίσιο τέλος και ο Καλάθης θα σφραγίσει το μέλλον του στο ΟΑΚΑ, έστω κι αν το δέλεαρ του ΝΒΑ παραμένει άσβεστο μέσα του. Πράγμα λογικό ως ένα σημείο, για κάθε αμερικανοτραφή καλαθοσφαιριστή. Το καλό της υπόθεσης είναι πως πλέον, δεν ακούγονται ψίθυροι και γκρίνιες για τον άλλοτε «Στεφάνη» και υπερεκτιμημένο παίκτη των 2 εκατ. ευρώ. Μέχρι και οι αδαείς από μπάσκετ, καταλαβαίνουν, από ένστικτο, ότι ο Καλάθης αξίζει κάθε υπέρβαση.

Ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, ο άνθρωπος που διαχειρίζεται τις τύχες του τμήματος και εν τέλει είναι εκείνος που δικαιούται να ζυγίσει τα δεδομένα και να κάνει σούμα σχετικά με το πόσα θα ξοδέψει, έχει καταλάβει ότι για να μείνει ο Νικ, θα πρέπει το χέρι να μπει βαθιά στην τσέπη. Και θα το κάνει, μέχρι να βρεθεί η «χρυσή τομή» και άπαντες να βγουν νικητές. Ο μεν Παναθηναϊκός που θα διατηρήσει έναν από τους τρεις καλύτερους εν ενεργεία γκαρντ στην Ευρώπη και ο δε Καλάθης που θα δει πολλαπλά οφέλη στον λογαριασμό του αλλά και στο θυμικό του, παραμένοντας σε μια πόλη και σε μια ομάδα, όπου πλέον τον αγαπούν και τον θαυμάζουν…

Όπως αναφέρουν οι γνωρίζοντες, κάποια στιγμή, όταν ο Παύλος Γιαννακόπουλος ήθελε να «τσιγκλήσει» τους δημοσιογράφους ή να διαψεύσει είδηση περί μεταγραφής για έναν σταρ, είχε πει την εξής ατάκα: «Ναι, ναι, θα του δώσουμε τα κλειδιά της ΒΙΑΝΕΞ και μια μακαρονάδα…». Αρκετά χρόνια αργότερα, ο γιος του, Δημήτρης, ο οποίος εδώ και μια εξαετία διαχειρίζεται τις τύχες του οικοδομήματος του αείμνηστου Παύλου, θα κληθεί να μετουσιώσει τη… χιουμοριστική ατάκα του πατέρα του σε πράξη, παραφράζοντας ορισμένες λέξεις-κλειδιά.

Εν τέλει, μπορεί να μην προσφέρει στον Καλάθη τα κλειδιά της ΒΙΑΝΕΞ, όμως εάν ο Νικ πει το «ναι», τότε θα του παραδοθούν στο χέρι τα ολοκαίνουρια και ολόχρυσα κλειδιά της ομάδας. Και η μακαρονάδα, χάρισμά του…

Αντίδραση… 37 καρατίων, ευλογία το 14-4!

Ο δρόμος για το 37ο πράσινο πρωτάθλημα διαφαίνεται μέσω εμφανίσεων όπως αυτή της Πέμπτης, όμως η εξασφάλιση της… πολυθρόνας που βρίσκεται στην κορυφή, περνά μέσω της σοφής διαχείρισης των ειδικών καταστάσεων. Του Κώστα Κουτσαυλή.

Από πλευράς θεάματος, οι φετινοί τελικοί δεν έχουν και πολλά να «πουν» στο ουδέτερο μάτι. Κάτι που είναι απολύτως φυσιολογικό, κρίνοντας από τις περιστάσεις που καλύπτουν διακριτικά τα «κεφάλια» των δύο ομάδων και θα σκεπάσουν… ολοσχερώς τον ηττημένο, ο οποίος θα μείνει με άδεια χέρια, καθώς η ΑΕΚ έχει «αρπάξει» το Κύπελλο και η Ρεάλ Μαδρίτης το ευρωπαϊκό. H κούπα του πρωταθλητή, αποτελεί την τελευταία και μοναδική ευκαιρία για γλυκό φινάλε…

Η ιδιαίτερη φύση των φετινών τελικών, η έκβαση των οποίων θα ανακουφίσει τον νικητή και θα οδηγήσει στη… μέγγενη τον χαμένο, οδήγησε στο να γίνουμε μάρτυρες δύο αλλοπρόσαλλων παιχνιδιών, που κατέληξαν αμφότερα στα χέρια των φιλοξενούμενων. Την Κυριακή ήταν ο Ολυμπιακός. Την Πέμπτη, ήρθε η ώρα του Παναθηναϊκού να αλώσει καθαρά και «ξάστερα» την έδρα του αντιπάλου του, φέρνοντας τη σειρά στα ίσα.

Στο πρώτο ματς, οι «ερυθρόλευκοι» πάτησαν γκάζι μετά το -10 στην αρχή (29-19) και πέρασαν θριαμβευτικά από το ΟΑΚΑ, σε ένα ματς όπου είχε φανερή συμμετοχή ο 12ος παίκτης της ομάδας (Μπόγρης) και ο αντίπαλος φαινόταν… εξαφανισμένος και μαγκωμένος στο άγχος του. Στο ΣΕΦ συνέβη, σε γενικές γραμμές, το αντίστροφο, όμως για καλή τύχη του Παναθηναϊκού, τα δεδομένα εξελίχθηκαν διαφορετικά.

Πέραν του προφανούς, δηλαδή της άμεσης αντίδρασης των παικτών του Πασκουάλ (που «καπάκωσαν» το ερυθρόλευκο break, απαντώντας με το ίδιο νόμισμα) η εμφανής… ευλογία που «έρανε» τον Παναθηναϊκό, είχε να κάνει με την πελαγοδρομούσα αντίδρασή του στα τελευταία λεπτά. Στην τελευταία ορθή έκφραση του… Jamesball, το τριφύλλι βρέθηκε μπροστά με 13 πόντους (52-65), αλλά έκτοτε, ο Ολυμπιακός έτρεξε επιμέρους σκορ 14-4, απειλώντας ευθέως τη μοίρα του ματς.

Τι συνέβη την ώρα της -πραγματικής- κρίσης; Ο Καλάθης έκανε δύο λάθος πάσες, ο Τζέιμς δεν κατάφερε να περάσει μια φορά τη γραμμή του κέντρου, τα σουτ δεν έγιναν με τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις. Αντίθετα, ο Ολυμπιακός βρήκε την ανάσα που περίμενε από τον Μπράουν και στη συνέχεια επιστράτευσε τον έμπειρο Πρίντεζη που έκανε το κομμάτι του στη ρακέτα. Κάπως έτσι το 52-65 έγινε 66-69, με ένα λεπτό να απομένει για το τέλος.

Κι όμως, παρά τις ενδείξεις που υπήρχαν για ολοκληρωτικό γύρισμα στο τσιπάκι, με τον Παναθηναϊκό να κινδυνεύει να γκρεμίσει ό,τι έχτιζε από το 7ο λεπτό και έπειτα, το τριφύλλι διατήρησε τα μπόσικα και έφυγε από το ΣΕΦ διπλά κερδισμένο: Με το break στην τσέπη του και την καθαρή, αλλά όχι τόσο πειστική διαφορά του +5. Και γιατί λοιπόν η τρικυμία να μεταφράζεται σε ευλογία;

Ο Παναθηναϊκός ταλαιπωρήθηκε αρκετά από την ίδια του την… αγωνιστική συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της χρονιάς και δη στα ματς που «έκαιγαν». Στο πρώτο παιχνίδι με τη Ρεάλ Μαδρίτης ήταν ισοπεδωτικός, του έβγαιναν όλα, με τους Ισπανούς να μοιάζουν… ομάδα Α2 και να μην αντιδρούν ποτέ. Αυτό εντυπώθηκε στο μυαλό των παικτών του Πασκουάλ, που ίσως πίστεψαν πως, αφού δεν υπήρξε σοβαρή προσπάθεια για ανατροπή, τα πράγματα θα ήταν του χεριού τους. Η ιστορία όμως γράφτηκε διαφορετικά, με τον Παναθηναϊκό να την πληρώνει στο δεύτερο ματς και στη συνέχεια να ηττάται στα υπόλοιπα δύο.

Την Κυριακή δε, οι «πράσινοι» φάνηκαν ξεχαρβαλωμένοι. Ο ηγέτης άστοχος, τα «φτερά» εξαφανισμένα, ο Γκιστ μέτριος και οι Σίνγκλετον – Τζέιμς απλοί πρωτοπόροι σε ένα… άθλιο έργο. Κι όμως, ο Ολυμπιακός (αν και υπήρξαν αρκετοί που το σημείωσαν) ίσως και να πίστεψε ότι εύκολα ή δύσκολα θα κάνει το 2-0 σήμερα. Γιατί δεν είδε τον Παναθηναϊκό να αντιδρά ουσιαστικά μετά το 29-19. Εν τέλει, η πρώτη απάντηση ήρθε στο Game 2.

Σε αντίθεση με τα όσα παρατήρησαν στον Ολυμπιακό από το «φάντασμα» του Παναθηναϊκού την Κυριακή, το τριφύλλι είδε, έστω κι ανορθόδοξα ή μονόπλευρα, τον αντίπαλό του να βγάζει σφυγμό, να ροκανίζει τη διαφορά και να φέρνει το ματς στο σουτ, από εκεί που όλα φαίνονταν προδιαγεγραμμένα. Όσο ο Ολυμπιακός πλησίαζε, ο Παναθηναϊκός έδειχνε να πέφτει σε αδιέξοδα (όσον αφορά την επίθεση), διατηρώντας τα κεκτημένα του από την αμυντική λειτουργία που μίλησε στα δύσκολα.

Άρα λοιπόν, τι είναι προτιμότερο; Να τελείωνε το ματς στο +12, +14, +16, με τον Παναθηναϊκό να έχει ως τελική γεύση έναν μονόπαντο θρίαμβο, ή τα όσα έγιναν στ’ αλήθεια, με τον Ολυμπιακό να παίρνει τα δικαιώματα που του δόθηκαν και να απειλεί ευθέως με ανατροπή; Το «καμπανάκι» που ακούστηκε στο διάστημα όπου «έτρεξε» το 14-4, είναι αυτό που ουσιαστικά μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός για τον Πασκουάλ και τους παίκτες του εν όψει του καθοριστικού Game 3 στο ΟΑΚΑ.

Με τους «πράσινους» υποψιασμένους από το πρώτο πάθημα στο ΟΑΚΑ αλλά και την εικόνα του τελευταίου κομματιού της τέταρτης περιόδου, οι πιθανότητες βελτίωσης αυξάνονται, εν όψει του κομβικού ματς, το οποίο σε περίπτωση νίκης του τριφυλλιού, θα του χαρίσει απλόχερα δύο match ball, με το τελευταίο στο Μαρούσι και το προηγούμενο στο άδειο (πιθανότατα) ΣΕΦ…

Σε μια αλλοπρόσαλλη σειρά τελικών, όπου οι γηπεδούχοι έδειξαν εναλλάξ ότι αδυνατούν να διαχειριστούν την πίεση, ο Παναθηναϊκός διαθέτει την ευλογία να αντιμετωπίζει μεν μια ομάδα, αλλά να έχει απέναντί του δύο αντιπάλους: Τον Ολυμπιακό αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Οπότε, τα δείγματα του ΟΑΚΑ και του ΣΕΦ, δίνουν στον κάθε έναν από τους παίκτες την ευκαιρία να δει κατάφατσα που υπερείχε και που κόντεψε να τα κάνει μαντάρα, ώστε το σκηνικό να μην επαναληφθεί και εν τέλει όλα να πάρουν τη ρότα τους…

Υ.Γ – Το rotation έκλεισε στο ΣΕΦ, με τον Πασκουάλ να παίρνει απόφαση να… ζήσει και να πεθάνει με όσους μπορούσαν να εξυπηρετήσουν το πλάνο του. Η τριάδα των «φτερών» που απογοήτευσε στο πρώτο ματς (Ρίβερς, Παππάς, Λοτζέσκι), εξακολούθησε να αναδεικνύει το κύριο πρόβλημα της ομάδας.

Ωστόσο από αυτή τη διαδικασία, παρά τις δύο απώλειες (Παππάς μηδέν λεπτά συμμετοχής, Ρίβερς σε χείριστη φόρμα), είχαμε αναμφισβήτητα έναν ηγέτη.

Ο Ματ Λοτζέσκι μπήκε στο παρκέ, σημείωσε 13 πόντους και αποτέλεσε την… εξιλέωση της επιλογής Ρίβερς στην επίθεση. Ο τίτλος του X Factor πηγαίνει δικαιωματικά σε αυτόν κι ας είχαν 18 και 17 πόντους αντίστοιχα οι Τζέιμς και Καλάθης.

Κι όμως, υπάρχουν και καλά νέα…

Μπορεί να βγει κάτι θετικό μετά από «σπάσιμο» έδρας με υπεροχή του αντιπάλου, 18/61 σουτ και συνολικά τραγική εικόνα; Κι όμως, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος.

Η νευρικότητα και το θολωμένο μυαλό είχε κάνει την εμφάνισή της από το πρώτο λεπτό στο ΟΑΚΑ, αλλά όλοι πίστεψαν ότι θα ήταν κάτι παροδικό, βλέποντας τον Ολυμπιακό να προηγείται μεν, όχι πειστικά δε. Κάπως έτσι, τα πράγματα γύρισαν. Ο… τρελο-Τζέιμς πέτυχε όλα τα «circus shot», η άμυνα έσφιξε, η διαφορά πήγε στο +10 (29-19) και όλοι έψαχναν να βρουν τον δεύτερο «πόλο» στην επίθεση, ο οποίος θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί εξίσου τη φόρα από τις εμπνεύσεις του Αμερικανού γκαρντ…

Ξαφνικά, όλα… σκοτείνιασαν, αν και το κοινό είχε ζεσταθεί, η διαφορά ήταν διψήφια και τα βαριά «όπλα» του Ολυμπιακού στα όρια της φθοράς. Μετά από αρκετά χρόνια, ήμασταν σε θέση να μετρήσουμε ΌΛΑ τα καλάθια που σημείωσε ο Παναθηναϊκός στη δεύτερη περίοδο. Αφού δεν ήταν και πολλά: ένα τρίποντο ο Σίνγκλετον, μία βολή ο Βουγιούκας και ένα καλάθι του Τζέιμς κοντά στο τέλος. Ενεργητικό 6 πόντων και παθητικό 16, σε μια περίοδο όπου ο Ολυμπιακός είχε βάλει… στοίχημα με τον εαυτό του για το πόσες επιθέσεις θα πετάξει στα σκουπίδια.

Κι όμως, η ελπίδα παρέμεινε, γιατί το -3 του ημιχρόνου θα μπορούσε άνετα να γυρίσει. Με ποιον τρόπο όμως; Ο Τζέιμς έμοιαζε μόνος του, με τον Σίνγκλετον να ανεβάζει στροφές και να έρχεται σιμά του, την ώρα που ο Ολυμπιακός είχε βρει για τα καλά τα κουμπιά των πρασίνων. Πέραν των επιθετικών εκλάμψεων των δύο παικτών, όλες οι υπόλοιπες προσπάθειες είχαν την εξής ακολουθία: Σίδερο, σίδερο, αίρμπολ, σίδερο, σίδερο, σίδερο, αίρμπολ, καλάθι…

Αρκετοί λένε ότι η στατιστική και οι αριθμοί χρησιμοποιούνται για να φουσκώνουν καταστάσεις και να γεμίζουν γραμμές τετραδίων, ώστε να βγαίνει το όριο λέξεων. Στο ματς της Κυριακής είχαν απόλυτη εφαρμογη στην άθλια εικόνα των «πρασίνων». Οι παίκτες του Πασκουάλ επιχείρησαν 61 σουτ, έβαλαν τα 18 με 5/29 τρίποντα και 13/32 δίποντα. Οι βολές; 13 πήγαν στα σκουπίδια (24/37). Δημιουργία; Στο μισό (8 ασίστ έναντι 17). Όσο για τις επιμέρους εμφανίσεις;

Τζέιμς και Σίνγκλετον τράβηξαν το κουπί με 23 και 18 πόντους αντίστοιχα, ήτοι τους 41 από τους 65 πόντους της ομάδας. Ο Καλάθης είχε 8 πόντους και 5 ασίστ με 4/16 σουτ και 0/2 βολές. Ο Λοτζέσκι ολοστρόγγυλο μηδέν σε 8 λεπτά συμμετοχής, ο Παππάς 1 πόντο από 1/2 βολές, ο Γκιστ 4 πόντους και 3 ριμπάουντ, ο Λεκαβίτσιους δοκίμασε μόνο ένα τρίποντο, ο Μήτογλου έκανε λάθος σε αιφνιδιασμό και βγήκε εκτός… Όσο για τον Ρίβερς; 2 πόντοι με 1/5 σουτ.

Ο Παναθηναϊκός πήρε 41 πόντους από δύο παίκτες, αλλά είχε άστοχο και εκτός ρυθμού τον ηγέτη του, το δεύτερο σούτινγκ γκαρντ του (Παππάς) άστοχο κι αυτόν, πήρε 2 (!) πόντους από τα τριάρια του (Ρίβερς – Λοτζέσκι), στο «4» ο Γκιστ ήταν εκτός κλίματος, ο Μήτογλου πλήρωσε το λάθος του και στο «5», ο Βουγιούκας προσέφερε όσα μπορούσε.

Ο πάγκος δεν βοήθησε καθόλου, τα σουτ έβρισκαν σίδερο μετά το αρχικό 3/4 στα τρίποντα και όσο κι αν το πάλεψε η άμυνα και η ορμή του Θανάση, στην επίθεση έφευγαν τούβλα. Κάπως έτσι ήρθε το δίκαιο break (75-65) και το 1-0 του Ολυμπιακού στη σειρά, ο οποίος έκανε το αυτονόητο απέναντι σε έναν τραγικό Παναθηναϊκό.

Και που είναι το θετικό της υπόθεσης; Στο ότι οι πράσινοι δεν μπορούν να παίξουν χειρότερα, δεν έχουν κακές μονάδες για να φτάσουν ξανά σε τόσο χαμηλά επίπεδα. Σε μια κακή μέρα, με το μυαλό «πειραγμένο» τη δημιουργία κομμένη και την επίθεση υπνωτισμένη, η ήττα φαντάζει ως το ιδανικό σενάριο σε ένα καθ’ όλα δίκαιο άθλημα.

Πλέον, άπαντες περιμένουμε την αντίδραση του Παναθηναϊκού. Το «φάντασμα» που εμφανίστηκε στο παρκέ του ΟΑΚΑ δεν είναι ο πραγματικός εκπρόσωπος του τριφυλλιού, όπως αντίστοιχα και ο Ολυμπιακός δεν ήταν έρμαιο για σκούπα, όπως πίστεψαν πολλοί. Επειδή λοιπόν φαντάζει αδύνατο στον κοινό νου το σενάριο που θέλει να υπάρχουν και χειρότερα, ο Παναθηναϊκός είναι αναγκασμένος, καταδικασμένος, αλλά συνάμα ικανός να αντιδράσει και να απαντήσει με το ίδιο νόμισμα στην ομάδα του Σφαιρόπουλου, είτε την Πέμπτη, είτε στον τέταρτο τελικό.

Ο Ολυμπιακός πήρε μεγάλο προβάδισμα, ελέω παράδοσης και ιστορίας, ωστόσο η σειρά έχει ακόμη δρόμο. Το πόσο μακριά θα φτάσει αυτός ο δρόμος, είναι ένα ζήτημα που κατέληξε καθαρά στα χέρια του Παναθηναϊκού από το βράδυ της Κυριακής.

 

’90s ίσον Τζόρνταν, ’00s ίσον Κόμπι: Ώρα να… υπογράψει και ο ΛεΜπρόν!

O ΛεΜπρόν Τζέιμς απέδειξε για ακόμη μια χρονιά ότι μπορεί να γίνει ο… σταυροφόρος μιας ολόκληρης πολιτείας και ετοιμάζεται να βάλει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή του σε μια δεκαετία που του ανήκει ολοκληρωτικά.

Το θέαμα και το πλασάρισμα νέων ηρώων στο κοινό αποτελεί μια από τις top ειδικότητες των Αμερικάνων, κάτι που ισχύει ατράνταχτα και στον αθλητισμό. Ακόμη κι αν δυσκολεύεσαι ν’ αντέξεις -στο σύνολό της- μια χρονιά με 82 (και βάλε) παιχνίδια, στα οποία λείπουν τα βασικά στοιχεία που σε «γαλούχησαν» ως θεατή της ευρωπαϊκής βερσιόν, δεν μπορείς να παραγνωρίσεις ότι στο ΝΒΑ, οι ήρωες αναδεικνύονται με περισσότερο κρότο.

Πίσω από τις kiss cam, τα πατατάκια, τις ιαχές «Let’s go Spurs» και τα… «Deee-fence» ενός κοινού που, σε αντίθεση με τα καθ’ ημάς, έχει αποδεχθεί και συνάμα απολαμβάνει ό,τι συνιστά η λέξη θέαμα, υπάρχει χώρος και για ήρωες. Ανθρώπους που ξεπερνούν τα όρια του εαυτού τους, της ομάδας τους και ορισμένες φορές της λογικής, φτάνοντας στο σημείο όπου δεν υπάρχει γυρισμός. Την κορυφή.

Ένας εξ αυτών είναι ο ΛεΜπρόν Τζέιμς. Ένα… γομάρι 33.5 ετών που τα τελευταία χρόνια έκανε το comeback στη γενέτειρά του, με σκοπό να της προσφέρει αυτό που πάντα ήθελε να δει. Έναν ηγέτη πέραν των τεσσάρων γραμμών του παρκέ. Τα ξημερώματα της Δευτέρας, ο «Μπρον» προσέθεσε άλλη μια μυθική εμφάνιση στην τσέπη του, οδηγώντας τους -μέτριους- Καβαλίερς σε έναν ακόμη τελικό, έχοντας απέναντι το πιο «καυτό» prospect της χρονιάς -ίσως και της επόμενης δεκαετίας-, που ακούει στο όνομα «Μπόστον Σέλτικς».

Είτε συμπαθείς, είτε αντιπαθείς τον ΛεΜπρόν, δεν μπορείς να παραγνωρίσεις ότι αυτά που κάνει, τη δεδομένη στιγμή, στην τρέχουσα δεκαετία, απλά δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν απ’ οποιονδήποτε άλλον. Ιδίως τα τελευταία χρόνια, όλοι γίναμε μάρτυρες ενός σκηνικού τόσο -ίδιου-, που καταντά τρομακτικό: Ο ΛεΜπρόν μιλάει στα δύσκολα, αγγίζει μυθικά ποσοστά, ξελασπώνει τους Καβς και στη συνέχεια βυθίζεται σχεδόν… νεκρός από την κούραση σε ένα βαρέλι με πάγο.

Καθείς έχει τις απόψεις του και τα γούστα του. Όπως συμβαίνει στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι «μπασκετοκουβέντες» για την ανάδειξη του «GOAT» είναι το αγαπημένο μενού των φιλάθλων σε κάθε χώρα. Ουδείς πάντως έχει κατανοήσει πως όταν ψάχνεις για τον GOAT, χάνεις τη μαγεία της στιγμής, η μάλλον, της δεκαετίας.

Το δίλημμα ΛεΜπρόν ή Τζόρνταν, είναι το αντίστοιχο του «Μέσι ή Ρονάλντο». Ο κόσμος τρέφεται από τα δίπολα και γουστάρει τις μεταξύ τους μονομαχίες. Μακροσκοπικά πάντως, κάθε ένας έχει το δικό του πόστο στην ιστορία, με τον 33χρονο φόργουορντ από το Οχάιο να ετοιμάζεται σιγά σιγά να το πιάσει και με τη «βούλα».

Η δεκαετία του ’90 είχε την υπογραφή του Μάικλ Τζόρνταν, ο οποίος έβαλε… έξι δαχτυλίδια στα χέρια του: το 1991, το 1992, το 1993, το 1996, το 1997 και το 1998. Η επόμενη περίοδος ανήκε ολοκληρωτικά στον Κόμπι Μπράιαντ που πλησίασε το ρεκόρ του MJ, με πέντε κατακτήσεις, ανοίγοντας και κλείνοντας θριαμβευτικά τη δεκαετία του: 2000, 2001, 2002, 2009, 2010. Αν θέλετε να το πάμε πιο πίσω, τα ’80s είχαν την υπογραφή του Μάτζικ Τζόνσον (1980, 1982, 1985, 1987, 1988).

Και με τα ’10s, τη δεκαετία που διανύουμε, τι γίνεται; Αυτή, την έχει καπαρώσει ο ΛεΜπρόν Τζέιμς. Ο παίκτης που χαρακτηρίστηκε λούζερ, διότι το ποσοστό του με το Μαϊάμι και το Κλίβελαντ δεν έχει την ίδια λάμψη με τους υπόλοιπους (3/9), όμως το legacy του μπορεί να σταθεί επάξια δίπλα τους. Κι αν με τους Χιτ τα πράγματα ήταν πολύ πιο εύκολα, η επιστροφή του στα πάτρια και το πρωτάθλημα που κατακτήθηκε με κόπο, αίμα και ιδρώτα στο Οχάιο, έχουν σημάδια ολοκληρωτικής κυριαρχίας.

Ο «Μπρον» ταλαιπώρησε αρκετά τους οπαδούς που τον πίστεψαν στη γενέτειρά του. Στο πρώτο «decision» έγινε προδότης, αργότερα επέστρεψε ως θριαμβευτής. Κάθε ένας πολίτης του Οχάιο που έκαψε τη φανέλα του μετά την ανακοίνωση της φυγής του, μοιάζει πλέον σαν να έχει ξεχάσει τα παλιά, διότι στο comeback του, ο Τζέιμς έχει βγάλει 9/10 κρίσιμα ματς, παίζοντας μόνος εναντίον όλων, χάνοντας ανά σεζόν άξιους συνοδοιπόρους, είτε από φυγή, είτε από τραυματισμούς (Ίρβινγκ – Λοβ)…

Είτε φορέσει φέτος το 4ο δαχτυλίδι, είτε όχι, ο ΛεΜπρόν έχει προλάβει να βάλει την υπογραφή του στην τρέχουσα δεκαετία, όντας ένας από τους καλύτερους, αλλά συνάμα πιο συζητημένους, ενίοτε παρεξηγημένους, μα σίγουρα ικανούς καλαθοσφαιριστές όλων των εποχών. Αυτή είναι η άποψη που κατατίθεται στην εν λόγω γωνιά. Κι αν θέλετε να το πάμε βάσει τίτλων, GOAT δεν είναι ούτε ο ΛεΜπρον, ούτε ο Τζόρνταν, ούτε ο Μάτζικ, αλλά ο μέγιστος Μπιλ Ράσελ, ο οποίος κατέκτησε 11 τίτλους με τη Βοστώνη στα ’50s και στα ’60s…

Υ.Γ – Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, ήρθε η… θεόσταλτη παρέμβαση του Κόμπι Μπράιαντ, ο οποίος έβαλε στη θέση τους όλους τους… GOATολάγνους: «Μπορούμε να απολαύσουμε τον καθέναν χωρίς να καταρρίπτουμε κανέναν. Λατρεύω όσα κάνει ο Λεμπρόν. Μην κάνετε συζήτηση για κάτι που δεν μπορεί να κερδίσει κάποιος με κοινή παραδοχή. Απολαύστε τα δικά μου πέντε πρωταθλήματα, τα έξι του Τζόρνταν και την προσπάθεια που συνεχίζει ο Λεμπρόν»… ΟΛΟΣΩΣΤΟΣ!