Το πιο… μοναχικό #10yearschallenge ανήκει στον Ενές Καντέρ

Τι θα… συμβεί εάν ο Ενές Καντέρ επιλέξει να λάβει μέρος στο challenge που έχει γίνει viral. Ποιοι (δεν) θα βρίσκονται στη νέα φωτογραφία και πόσα έχουν αλλάξει από το 2009.

Advertisements

Το ΝΒΑ «θρέφει» τους ακόλουθούς του και λαμβάνει το αντίστοιχο feedback μέσα από ιστορίες που γράφονται στα παρκέ, από τύπους όπως ο Στεφ Κάρι, αλλά και εκτός αυτών. Το story του Γιάννη Αντετοκούνμπο, που από τους δρόμους της Αθήνας έγινε, με το σπαθί του, ηγέτης μιας ολόκληρης πόλης και πρέσβης της χώρας που κάποτε… δεν τον ήθελε, είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις.

Ο Γιάννης είναι, εδώ και καιρό, μια από τις ατραξιόν του ΝΒΑ. Συνεπής all star και οσονούπω αρχηγός της ομάδας του, περιμένει απλά να δρέψει τους καρπούς που ο ίδιος δημιούργησε, με το, ολοένα και μεγαλύτερο fan base του, να αναμένει με αγωνία τα επόμενα βήματά του. Μετά από κάθε ματς, κάθε «παράσταση» απέναντι στους σταρ της λίγκας, θα μιλήσει με τη μητέρα του, τα αδέρφια του και την αγαπημένη του. Κάτι που, δεν μπορεί να κάνει ο συνάδελφός του, Ενές Καντέρ.

Σε αντίθεση με τον Γιάννη, ο 26χρονος σέντερ των Νικς, δεν έχει και πολλούς για να μοιραστεί τη χαρά του, τις αγωνίες του και τις σκέψεις του. Στα 26 του δεν μπορεί να επιστρέψει στην Τουρκία για να δει τους δικούς του, αφενός επειδή έχει επιλέξει την ανοιχτή σύγκρουση με την κυβέρνηση Ερντογάν και τον ίδιο τον πρόεδρο, και αφετέρου επειδή ουδείς από τη φαμίλια του, τυπικά δεν θέλει (τον έχουν αποκηρύξει δημοσίως) και πρακτικά… κινδυνεύει, με το να έχει παρτίδες μαζί του.

Ο Τούρκος μπασκετμπολίστας, έχει επιλέξει να πληρώσει το τίμημα των ιδεών του. Ποτέ δεν έκρυψε την απέχθειά του για τις πρακτικές του Ερντογάν, αλλά και την αγάπη του προς τον πολιτικό αντίπαλο του ΡΤΕ, και φερόμενο ως υποκινητή του πραξικοπήματος, Φετουλάχ Γκιουλέν.

Όλη αυτή η στάση τον έχει κατατάξει ως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περσόνες που μετέχουν στον «μαγικό κόσμο» του ΝΒΑ. Όμως, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ξεχωριστούς συναδέλφους του, κανείς δεν φαίνεται να τον περιμένει πίσω στο σπίτι.

Πάνε τρία χρόνια που οι γονείς του δεν θέλουν ν’ ακούν (δημοσίως) τίποτα γι’ αυτόν, πάει καιρός που ο Ερντογάν έχει «μπλοκάρει» την διαδικτυακή πρόσβασή του μέσω social media με την πατρίδα του. Και δεν πάνε παρά λίγες ώρες από τη στιγμή που έγινε γνωστό πως εισαγγελέας από την Τουρκία θέλει να τον εκδώσει στην Τουρκία.

Με ετήσιες αποδοχές 17 εκατ. δολαρίων, μια ζωή χαρισάμενη στη Νέα Υόρκη και μια καριέρα αρκετά καλή (14.1 π. κατά μέσο όρο πέρσι με τους Νικς), επιλέγει να προτάξει τις ιδέες του, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Πολλοί είπαν ότι το κάνει με γεμάτες τσέπες, ένα (πολυτελές) σπίτι πάνω από το κεφάλι του και μια γενική σιγουριά, όντας σε απόσταση 8 χιλιάδων χιλιομέτρων από την πατρίδα του, την Τουρκία.

Θα έλεγε κανείς πως πλέον, ή όσο υπάρχει (πολιτικά) ο Ερντογάν, δεν υπάρχει άλλη πατρίδα για τον Καντέρ, πέρα από τις ΗΠΑ, που του χορήγησαν πράσινη κάρτα, άδεια διαμονής, ασφάλεια και μια καριέρα… λουκούμι. Όσο κι αν αυτό ισχύει, η διαπίστωση πως, εάν τολμήσει (γιατί πλέον περί τόλμης είναι ο λόγος) να επιστρέψει στην Τουρκία, όποιοι τον πλησιάσουν δεν θα το κάνουν για να τον αγκαλιάσουν, αλλά για να τον συλλάβουν, σίγουρα δεν αποτελούν εχέγγυο για να κοιμάται ήσυχος τα βράδια.

Εξάλλου, στον απόηχο της ανοικτής κόντρας που έχει ανοίξει ο 26χρονος σέντερ με τον Ερντογάν, «θύματα» έχουν υπάρξει και οι δικοί του.

Οι τουρκικές Αρχές είχαν συλλάβει τον οδοντίατρο και εξέχων πανεπιστημιακό, πατέρα του, ενώ τα αδέρφια του δεν περνούν και τις καλύτερες ημέρες τους στο σχολείο, όπου τους έχουν κάνει όλοι πέρα. Ο Καντέρ αποφεύγει επιτηδευμένα να έρθει σε επαφή με οποιονδήποτε συγγενή του από Τουρκία, ούτως ώστε να μην του δημιουργήσει περαιτέρω πρόβλημα…

Εάν λοιπόν ο Ενές επιλέξει να μετέχει με τη σειρά του στη μόδα του #10yearschallenge, η τωρινή φωτογραφία του θα είναι άκρως διαφορετική από εκείνη του 2009. Δίπλα του δεν θα βρίσκεται κανένα μέλος της οικογένειάς του, ίσως και κανένας συμπατριώτης του. Πιθανότατα, θα είναι μόνος του και θα συνεχίσει να πορεύεται με αυτόν τον τρόπο, αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά στην Τουρκία.

Πριν από 10 χρόνια, η φωτογραφία του 16χρονου (τότε) Καντέρ πιθανότατα θα περιελάμβανε εαυτόν με την περιβολή της Φενέρ, σε κάποιον δρόμο της Πόλης, δίπλα σε ανθρώπους που μιλούν τουρκικά. Φέτος, το σκηνικό θα είναι εκ πρώτης όψεως πολύ πιο… αστραφτερό (Νέα Υόρκη), αλλά χωρίς κανένα… τακίμι.

Συμφωνείς ή διαφωνείς με το όλο story, το σίγουρο είναι πως ο Καντέρ επέλεξε να θυσιάσει πολλά, ώστε να ορθώσει ανάστημα 2 μέτρων και 11 εκατοστών απέναντι στον Ερντογάν, έστω κι αν η απόσταση που τον χωρίζει από τη μαμά πατρίδα αγγίζει το πενταψήφιο νούμερο σε χιλιόμετρα…

Νάσσος Αγγελέτος: Ευτυχώς που υπάρχει…

Νέος, ταλαντούχος, ταπεινός, προσγειωμένος και έτοιμος να κυνηγήσει με υπομονή και επιμονή κάθε ευκαιρία που παρουσιάζεται μπροστά του. Ο Νάσσος Αγγελέτος του The Voice, δίνει… φωνή στο όνειρό του και μας εντυπωσιάζει. Της Μαρίας Κρουστάλη.

Ξεκίνησε δειλά δειλά από μια γειτονιά στο Γαλάτσι παρέα με την κιθάρα του και το όνειρό του που δεν είναι άλλο από το να… τραγουδά. Να εκφράζει τα συναισθήματά του μέσα από στίχους και μουσική με εκείνον τον μοναδικό τρόπο, έτσι όπως μόνο αυτός ξέρει. Ο λόγος για τον Νάσσο Αγγελέτο. Τον 19χρονο από την ομάδα του Σάκη Ρουβά που μας έχει μαγέψει με τη φωνή του και μας έχει εντυπωσιάσει με την αγάπη του για το τραγούδι.

Ο Νάσσος, το βράδυ της Πέμπτης (6/12) βρέθηκε μια «ανάσα» από τον ημιτελικό του Τhe Voice. Ερμηνεύοντας το «Ευτυχώς που υπάρχεις εσύ» έκανε τον κόσμο να υποκλιθεί γι’ άλλη μια φορά στο ταλέντο του και τον coach του να νιώθει πιο περήφανος και δικαιωμένος από ποτέ. «Όταν δήλωσα συμμετοχή δεν περίμενα με τίποτα πως θα έφτανα μέχρι τα live shows» ανέφερε από την σκηνή του μεγαλύτερου διαγωνισμού τραγουδιού της χώρας ο Νάσσος, αμέσως μετά την ερμηνεία του.

Κι αν δεν το περίμενε αυτός, το περίμεναν οι δικοί του άνθρωποι. Αυτοί που βρίσκονται δίπλα του, στυλοβάτες σε κάθε του βήμα. Σε κάθε του μουσικό ταξίδι. Σε αυτό το μουσικό ταξίδι που ξεκίνησε κάπως… τυχαία περίπου τέσσερις μήνες πριν, που συνεχίζεται και που θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια ακόμα. Σε αυτό το μουσικό ταξίδι που φέρνει τα καλύτερα. Γιατί τα αξίζει και με το παραπάνω…

Mαρία Κρουστάλη

Όταν μίλησαν για πρώτη φορά εκείνοι «που τα είχαν όλα»

Το «εγώ στην ηλικία σου» ακουγόταν πάντα ως σημάδι… μεγαλοπρέπειας από τους πρεσβύτερους στους μικρότερους, ωστόσο για τη γενιά που απαρτίζει τους 20άρηδες και 30άρηδες του σήμερα, η εν λόγω φράση παιζόταν κάτι παραπάνω από… πολύ στα παιδικά τους χρόνια.

Είναι αλήθεια πως, σε σχέση με τις προηγούμενες, αλλά και τις επόμενες «φουρνιές», όσοι μεγάλωσαν στα χρόνια των 90’s και των 00’s φαίνονταν σαν να… τα είχαν όλα. Πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια εν καιρώ ειρήνης, ενώ οι τσέπες εκείνων που τους μεγάλωναν ήταν (στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων) πιο γεμάτες από ποτέ. Έκαναν τα γαλλικά τους και το πιάνο τους, αν ήθελαν. Έπαιρναν ωραία δώρα τα Χριστούγεννα και συνήθως πήγαιναν όμορφες εκδρομές με τους γονείς τους τα καλοκαίρια. Οι δικοί τους (στην πλειοψηφία) δεν είχαν λόγο να τους βάλουν «φρένα» στα όποια όνειρά τους, διότι η σχετική ευμάρεια υπήρχε. Κι αν όχι, υπήρχαν οι λύσεις…

Αυτή η γενιά των «χαϊδεμένων παιδιών» είχε ίσως τα περισσότερα κομφόρ από τους αντίστοιχους συνομίληκούς τους σε δεκαετίες όπως του 20′, του 40′, του ’60 και πάει λέγοντας. Οι γονείς τους, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να συντηρήσουν με κάποια αξιοπρέπεια ένα σπιτικό, τους φόρτωσαν με καλούδια, αγάπη, στοργή και ζέστη, την ίδια ώρα που τα «μάλωναν» βλέποντας ότι γίνονται (κατ’ αυτούς) κακομαθημένα…

Φυσικά, για να αλλάξει η ιστορία και τα κόζια μιας κατάστασης, δεν χρειάζεται παρά μια ένδειξη. Ένα σημάδι. Κι αυτό το σημάδι για τη γενιά εκείνων που σήμερα βρίσκονται στα μέσα των 2o’s και στις αρχές των 30’s, ήρθε μέσω μιας σφαίρας, η οποία πήρε τη ζωή από τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Αίφνης, η γενιά που «τα είχε όλα», βγήκε από τη βολή της για να διαμαρτυρηθεί, λες και δεν είχε… τίποτα πίσω της.

Ο,τι συνέβη στα Εξάρχεια, μία ημέρα σαν σήμερα πριν από ακριβώς 10 χρόνια, δεν πρόκειται να ξεχαστεί εύκολα. Και δεν θα ξεχαστεί, όχι από κάποιο καπρίτσιο των τότε εφήβων και νέων, ούτε επειδή βρέθηκε μια ευκαιρία στα πιτσιρίκια για να την πουν στους δικούς τους, ή για να φανεί ότι και εκείνοι «φώναξαν για κάτι»…

Όσοι ταρακουνήθηκαν από το γεγονός, κινητοποιήθηκαν άμεσα. Έκλεισαν τα σχολεία τους, βγήκαν στους δρόμους να φωνάξουν και άφησαν ένα λουλούδι για τον Αλέξη. Με λίγα λόγια, άρχισαν να βλέπουν τη ζωή αλλιώς. Άρχισαν να μετράν διαφορετικά τα δεδομένα της ζωής που τους περίμενε «εκεί έξω». Ένα σενάριο εντελώς διαφορετικό από τη θαλπωρή του σπιτιού τους. Κατάλαβαν ότι, ακόμη και σε καιρούς ειρήνης, η εξουσία, είτε μαζικά, είτε μεμονωμένα, από το χέρι του Κορκονέα, δεν το έχει σε τίποτα να επιβάλλει τους νόμους της απέναντι σε αθώους.

Εκείνος ο μήνας κίνησε για πρώτη φορά την «πολιτική πυξίδα» αρκετών εξ ημών. Ο παλμός του Δεκέμβρη μας οδήγησαν να την ψάξουμε λίγο παραπάνω, να δούμε τι υπάρχει εκεί έξω και να πολιτικο/κομματικοποιηθούμε. Ο Αλέξης δεν μας έκανε… νέες βερσιόν του Τσε Γκεβάρα, αλλά μας ώθησε να αναζητήσουμε τη συλλογική «αλήθεια» που εκφράζει τον κάθε έναν μας, μέσα από κινήματα και κόμματα, εντός και εκτός Βουλής.

Μέσα σε μια νύχτα και από τις διαδικασίες που ακολούθησαν, η γενιά που θαρρείς τα «είχε όλα», βγήκε για πρώτη φορά στο προσκήνιο για έναν σαφή λόγο. Όχι για τυρόπιτες και καπνιστήρια, αλλά για τη δολοφονία ενός «δικού της ανθρώπου». Ενός παιδιού που ανήκε στη σειρά της. Και δεν βγήκε στους δρόμους για να του κάνει μονάχα το μνημόσυνο, αλλά για να ορθώσει ανάστημα απέναντι σε όσους λειτουργούν αυταρχικά, κουβαλώντας ένα εργαλείο επιβολής εξουσίας, είτε λέγεται μικρόφωνο (των εδράνων της Βουλής), είτε στη χειρότερη… όπλο.

Κι αυτή η γενιά, η γενιά μου και η γενιά αρκετών εξ αυτών που θα διαβάσουν το κείμενο, έμαθε τι σημαίνει «όπλο», προτού μάθει τι σημαίνει… μικρόφωνο. Αυτή η γενιά πρόλαβε να ζήσει έχοντας (θεωρητικά) «τα πάντα», αλλά κατέληξε να παλεύει με το… τίποτα ως εφόδιο.

Όσοι νεαροί είδαν τότε το τι συνέβη το βράδυ της 6ης Δεκέμβρη του 2008 στα Εξάρχεια, παρακολούθησαν από την τηλεόραση ένα διάγγελμα-θάνατο από το Καστελλόριζο, το 2010. Σιγά-σιγά, το παραμύθι αυτών που «τα είχαν όλα» θα έσβηνε. Οι συνθήκες χειροτέρεψαν και τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι, όπου πλέον τα όνειρα ζούσαν μόνο μέσα στα κεφάλια τους.

Εκείνοι λοιπόν που τα είχαν όλα, και στάθηκαν για πρώτη φορά όρθιοι στους δρόμους, δίνοντας βήμα στη φωνή τους, τον Δεκέμβρη του 2008, μεγάλωσαν. Δεν είναι πλέον 14, 18 και 20, αλλά μίνιμουμ 25άρηδες. Κι όμως, οι περισσότεροι εξ αυτών δεν σταμάτησαν να παλεύουν για κάτι.

Για την ακρίβεια, η κάθε τους μέρα, αποτελεί (στις περισσότερες των περιπτώσεων) μια μάχη για συλλογική επιβίωση. Οι περισσότεροι προσπαθούν να καταλάβουν πως τα εφόδιά τους, τότε που «τα είχαν όλα», αλλά και αργότερα που πάλεψαν για να αυξήσουν τις πιθανότητές τους (σπουδές), αρκούν μόνο για μισθούς 200,300,400 ευρώ.

Φυσικά, υπάρχουν και εκείνοι που -τότε- φώναξαν κατά της καταστολής εκείνον τον ταραγμένο Δεκέμβρη, πέρασαν από την αντίπερα όχθη σιγοντάροντας πλέον τους εγκληματίες και τους νοσταλγούς σκοτεινών εποχών. Πάντοτε, υπήρχαν άλλωστε οι «απώλειες».

Εν τέλει, για μια γενιά που φαινόταν πως θα έχει «τα πάντα» από τη στιγμή που είδε το πρώτο φως, μέχρι να σβήσει τα μάτια της, οι μέρες του Δεκέμβρη του 2008 θα τη συνοδεύουν για πάντα.

Από τότε, η ζωή τα έφερε έτσι, ώστε όλα τα «παιδιά της» να βρίσκονται σε μια καθημερινή σύγκρουση. Μια σύγκρουση που δεν περιλαμβάνει πάντοτε κράτημα πλακάτ, φωνές και  συνθήματα σε πορείες. Μια σύγκρουση που δεν είναι μόνο εξωτερική, με τον «τάδε» εχθρό αλλά και εσωτερική, καθώς πλέον τα όνειρα για ένα καλύτερο αύριο βουλιάζουν στα εξοντωτικά ωράρια και τα πενιχρά λεφτά της ημι=απασχόλησης.

Έστω κι αν αυτή η γενιά απέτυχε να κεφαλαιοποιήσει ακριβώς την ορμή του Δεκέμβρη. Έστω κι αν πολλές φορές δεν φάνηκε να αντιδρά ουσιαστικά στα χρόνια της λαίλαπας (μνημόνιο), και οι υποχωρήσεις μοιάζουν περισσότερες από τις διεκδικήσεις, τουλάχιστον φάνηκε να έμαθε πως τίποτα δεν έρχεται χωρίς αντίδραση.

Κι η πρώτη καταγεγραμμένη αντίδραση στο συλλογικό παλμαρέ της, συνέβη τον Δεκέμβρη του 2008…

Mute στον Τζοβάρα, respect στον Τασάρα και την παρέα του!

Αυτή η μαγκιά, η υγεία και η νοοτροπία refuse to lose όταν τα πράγματα δεν μοιάζουν να πηγαίνουν καλά, αποτελούν τη μεγαλύτερη νίκη του Δώνη και του επιτελείου του στο διάστημα που διαχειρίζονται μια ομάδα σχετικά άπειρη από τέτοιες καταστάσεις.

Σε διοικητικό επίπεδο, ο Παναθηναϊκός δεν φοβίζει κανέναν. Τουναντίον, μοιάζει εδώ και πολύ καιρό φοβισμένος, όσο τρέχει να μαζέψει τα όσα… ασυμμάζευτα δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Όμως, στον αγωνιστικό χώρο, είναι λες και βλέπεις μια άλλη κατάσταση, η οποία περισσότερο μοιάζει να πηγάζει από ένα τακτοποιημένο -σε όλα του- σωματείο. Ναι, αυτόν τον Παναθηναϊκό έδειξαν να φοβούνται σήμερα αυτοί που ορίστηκαν να διευθύνουν το ματς και δυστυχώς επιβεβαίωσαν όλους τους, μέχρι πρότινος κακεντρεχείς, που φώναζαν για ξένες διαιτησίες.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ξενέρα το να ασχολείσαι με τους διαιτητές. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να αναγκάζεσαι να πάρεις, έστω και για λίγες γραμμές, τα «φώτα» από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές ενός παιχνιδιού και να τα τραβήξεις προς εκείνους που… δουλειά τους είναι να περνούν όσο πιο απαρατήρητοι γίνεται. Γι’ αυτό λοιπόν, θα πατήσουμε ένα… mute στον ρέφερι Τζοβάρα που τα έκανε «σαλάτα», για να ασχοληθούμε με τον… Τασάρα και την παρέα του.

Η αλήθεια είναι ότι ο Παναθηναϊκός δεν ήταν καλός στα 2/3 του ματς της Θεσσαλονίκης, αν και γι’ αυτήν την κατάσταση υπάρχουν αρκετά ελαφρυντικά. Είτε τακτικής φύσεως (το πρέσινγκ των παικτών του Άρη που έκοψαν στη μέση τις γραμμές του Παναθηναϊκού), είτε… διαιτητικής (η αμπάριζα των σφυριγμάτων που νευρίασε τους παίκτες και τον ίδιο τον Δώνη), αλλά ακόμη και όσον αφορά την τύχη. Δεν είναι και λίγο να χάνεις τον Ματίας Γιόχανσον στα μέσα του πρώτου μέρους.

Η κατάσταση άρχιζε να αλλάζει σταδιακά μετά τη συμπλήρωση μιας ώρας παιχνιδιού. Ο Παναθηναϊκός είχε από νωρίς την κατοχή της μπάλας, όμως αδυνατούσε να βρει διόδους στην εστία του Κουέστα, κάτι που άλλαζε σιγά σιγά. Μετά το ’60, οι «πράσινοι» ήταν μεν οι απόλυτοι κυρίαρχοι στο γήπεδο, αλλά τις ευκαιρίες εξακολουθούσε να τις έχει ο Άρης.

Όταν μια κατάσταση πάει να στραβώσει, δε θέλει και πολύ για να την πάρει η κατηφόρα. Ο Παναθηναϊκός θα μπορούσε να είχε αποδιοργανωθεί εντελώς μετά τα όσα είδε στα πρώτα δεκαπέντε λεπτά, κάτι που δεν έγινε. Επίσης, θα μπορούσε να την πληρώσει από τα δικά του τα λάθη, τα οποία ήταν αρκετά για ένα ματς τέτοιου βεληνεκούς, ιδίως από τις ανασφαλείς μεταβιβάσεις των αμυντικών και των κεντρώων.

Μάλιστα, ακόμη κι όταν το πράγμα έστρωσε, η ομάδα που είχε τις πιο κλασικές ευκαιρίες ήταν ο Άρης, με τα σουτ των Ντιγκινί – Γιουνές αλλά και το δοκάρι στο τελευταίο δεκάλεπτο. Κι όμως, παρά τα δεδομένα, ο Παναθηναϊκός δεν τα παράτησε. Επέμεινε. Κι όπως αναφέρει το γνωστό κλισέ, όποιος επιμένει, θα νικήσει.

Μπορεί οι «πράσινοι» να μην νίκησαν στο Κλεάνθης Βικελίδης, αλλά επικράτησαν έναντι αρκετών ζητημάτων και ενεργειών που άνετα θα μπορούσαν να τους φέρουν στο καναβάτσο. Και μάλιστα το έκαναν με στυλ. Ο Μπουζούκης πήρε το πέναλτι και ο Χατζηγιοβάνης έγινε… Πανένκα. Μιμήθηκε το γνωστό στυλ εκτέλεσης σε ένα γήπεδο 504χλμ μακριά από το ΟΑΚΑ, ένα λεπτό πριν από το τέλος του ματς, με το σκορ στο 1-0 κατά της ομάδας του.

Αυτή η μαγκιά, η υγεία και η νοοτροπία refuse to lose όταν τα πράγματα δεν μοιάζουν να πηγαίνουν καλά, αποτελούν τη μεγαλύτερη νίκη του Δώνη και του επιτελείου του στο διάστημα που διαχειρίζονται μια ομάδα σχετικά άπειρη από τέτοιες καταστάσεις. Αυτή η υγεία που βγαίνει από όλους εκείνους που μαζεύονται για προπονήσεις στο Κορωπί και είτε «μαγεύουν» στο χορτάρι, είτε δείχνουν τσαγανό, είναι που φοβίζει αυτούς που θέλουν να βάλουν τρικλοποδιές σ’ αυτήν την προσπάθεια.

Κι αυτό είναι το παράσημο που αναρτήθηκε στη φανέλα αυτών των παιδιών μετά τη λήξη του ματς. Ακόμη κι αν το παιχνίδι αυτό δεν έδωσε τίτλο, ούτε καν κάποια πρόκριση, τους φανέρωσε το μυστικό της επιτυχίας. Προσπάθεια, κι όπου σε βγάλει…

Γι’ αυτό και αξίζει να πατήσουμε mute στον Τζοβάρα και να επιλέξουμε τον Τασάρα και την «πράσινη» παρέα του, έστω κι αν το μήνυμα ελήφθη. Αλλά τι μπορείς να κάνεις παραπάνω από τη στιγμή που η ομάδα ήταν και συνεχίζει να είναι (πλην εξαιρέσεων) διοικητικά απροστάτευτη, δίχως φωνή και λόγο εκτός γηπέδων. Αυτά δυστυχώς, ήταν γνωστά από πριν. Και μέχρι ν’ αλλάξει το σκηνικό, θα συνεχίσουν να μας τα υπενθυμίζουν άνθρωποι και καταστάσεις…

Βραδιά ονείρου σε ένα κουτί… 14 ιντσών!

Πέρασαν 10 χρόνια από το «διπλό» του Παναθηναϊκού στο «Μεάτσα» και ο Κώστας Κουτσαυλής θυμάται την ημέρα που τράβηξε διαφορετικό δρόμο από τον δάσκαλό του.

Στο πατρικό μου, η λέξη «Παναθηναϊκός» ενείχε πάντοτε στοιχεία ρομαντισμού. Ο πατέρας, φρόντισε να περάσει στον μεγάλο του γιο τα βασικά στοιχεία της επιλογής του, αλλά για τις… λεπτομέρειες που αλλάζουν ανά σεζόν, ούτε κουβέντα.

Είχα το προνόμιο να γνωρίζω από νωρίς το ποιος ήταν ο Δομάζος, ο Σαραβάκος, ο Ρότσα, ο Πούσκας, το Γουέμπλεϊ, αλλά έπρεπε να ανακαλύψω μόνος μου το τι συμβαίνει στο παρόν, ποιος είναι προπονητής, ποιος παίζει καλύτερα ως αριστερός μπακ και πάει λέγοντας. Η ιστορία άνηκε στο πεδίο του πατέρα μου, αλλά για τις τεχνικές αναλύσεις έπρεπε να το ψάξω μόνος μου. Και ήμουν ΟΚ με αυτό.

Γι’ αυτόν τον λόγο δεν υπήρχε η «πρεμούρα» από πλευράς του πατέρα μου, ώστε να παίζει 24/7 ο Παναθηναϊκός μέσα στο σπίτι. Βλέπαμε ότι έδειχναν τα «ελεύθερα» κανάλια, αλλά ο ίδιος, έχοντας τις δικές του αναμνήσεις από άλλες εποχές και ξενερωμένος με τα γεγονότα των αρχών της νέας χιλιετίας, δεν ανέφερε ποτέ το «Πάμε να δούμε κάπου έξω την ομάδα», ή «Θα μαζευτούμε στου τάδε που έχει συνδρομητικό».

Κάπως έτσι, από το 2000 μέχρι να φύγω από το σπίτι για να σπουδάσω, το 2012, ήμουν λίγο πολύ «όμηρος» των τηλεοπτικών συμφωνιών. Ο πατέρας μου ήταν ήσυχος που με έκανε να μπω στο δικό μας στρατόπεδο (Στο σόι μας είμαστε όλοι Παναθηναϊκοί) και συνάμα τυχερός που η ιδιωτική τηλεόραση έδειχνε LIVE τις μεγάλες ευρωπαϊκές βραδιές του 2000-2003, καθώς κείνες οι βραδιές λειτούργησαν ως ακράδαντο πειστήριο στην ερώτηση: «Γιατί είμαστε Παναθηναϊκοί και όχι κάτι άλλο;».

Ωστόσο, η απουσία «πώρωσης» από μεριάς του… δάσκαλου, είχε σοβαρές επιπτώσεις στην καθημερινότητα του μαθητή, ο οποίος, όταν άλλαξε το τηλεοπτικό τοπίο, ήθελε να δει και δεν μπορούσε. Κι όταν μπορούσε, έκανε σαν μουρλός, κάτι στο οποίο δεν συμφωνούσε με τίποτε ο δάσκαλος…

26/11/08: «Δε θα τα κάνεις όλα λίμπα εδώ μέσα, τράβα να το δεις στη μικρή τηλεόραση στο δωμάτιο».

Ο Παναθηναϊκός μας προσπαθούσε να κρατήσει τα μπόσικα στην έδρα της Ίντερ και εγώ πήρα εντολή για εξορία στην κλασική μικρή τηλεόραση που είχε κάθε δωμάτιο γονέων τις περασμένες δεκαετίες. Σε αυτό το άχαρο μαύρο κουτί των 14 ιντσών, με τις τεράστιες κεραίες, έπρεπε να βγει ένα ημίχρονο και κάτι ψιλά, γιατί «έκανα σαν χουλιγκάνος στο σαλόνι…». Μαλακίες…

Σε αυτό το άχαρο κουτί των 14 ιντσών, που αν καθόσουν δίπλα του έπαιζε ΝΕΤ (όπως και θέλαμε) αλλά αν το ακουμπούσες έκανε χιόνια και σου  έβγαινε HIGH TV, έπρεπε να βγει το ματς. Σε αυτή την κλειστοφοβική κατάσταση, έπρεπε να κάτσεις ήρεμος, να δεις το ματς, να μη φάμε γκολ και να μη φωνάξεις γιατί ο «μικρός είναι άρρωστος, όπως και η μάνα σου».

Πλέον, στα 24 μου, μπορώ να πω ότι τον έχω καταλάβει κάπως, αλλά στα 14, μέσα στη μούρλα της εφηβείας και στο απόγειο της άκριτης πώρωσης για το τριφύλλι, δεν μπόρεσα να «πιάσω» το πως λειτουργεί η κατάσταση. Μου την έδωσε που ο άνθρωπος ο οποίος με μύησε σε αυτή την ιδέα δεν έπιανε τον παλμό της ημέρας, έπειτα από καμιά 50αρια ευρωπαϊκά ματς που είχαμε δει παρέα από την τηλεόραση. Σαν να μην τον ένοιαζε…

Αλλά στην τελική τι να κάνεις, να κάτσεις να… μαλώσεις; Βασικά δεν υπήρχε και ο απαραίτητος χρόνος, γιατί η… εξορία ήρθε στα μισά του πρώτου μέρους. Έπειτα, όλα τα μαγαζιά στη γειτονιά ήταν γεμάτα, το ραδιόφωνο αυτή τη φορά δεν ήταν λύση (όπως με τη Βέρντερ), ενώ οι στενοί φίλοι και κολλητοί μου ήταν ανέκαθεν (επιτυχία μεγάλη) Ολυμπιακοί. Άρα, από το 30ο λεπτό περίπου μέχρι το τελευταίο σφύριγμα στο ματς, στο «κάδρο» ήταν μόνο το κουτί, εγώ και ο Παναθηναϊκός…

Σε αυτό το κλειστοφοβικό κουτί, με κλειστά τα φώτα και τη φωνή χαμηλωμένη, ο Παναθηναϊκός του Τεν Κάτε έδωσε παράσταση τακτικού στησίματος και ο Γιόσου Σαριέγκι έβαλε ένα από τα σημαντικότερα εκτός έδρας γκολ στην ευρωπαϊκή ιστορία της ομάδας. Το ματς τελείωσε, η ομάδα άντεξε στην αντεπίθεση της Ίντερ κι ακόμη μια ιστορική βραδιά είχε γραφτεί.

Από τη… μανούρα του πρώτου ημιχρόνου, δεν ανταλλάξαμε ούτε κουβέντα εκείνο το βράδυ. Μανιάτικο αυτός, μανιάτικο και εγώ. Το απόγευμα της επόμενης ημέρας τα είπαμε… όλα, καθώς το μεγάλο διπλό είχε φέρει την «ομερτά». Και μαζί της τη χαρά. «Αν βρεις καμιά καλή ανάλυση δώσε μου να τη διαβάσω», μου είπε βλέποντας τη στίβα από τις αθλητικές εφημερίδες που είχα αγοράσει γυρίζοντας από το σχολείο…

Εκτοτε, έχει κυλήσει αρκετό νερό στ’ αυλάκι. Έπειτα από αυτό το ματς, ο μαθητής τράβηξε διαφορετική πορεία από τα «θέλω» του δασκάλου, με εξαίρεση το διπλό με τη Ρόμα δύο χρόνια αργότερα. Ουσιαστικά, οι δυο μας, μετά από αυτό το βράδυ, ξεκαθαρίσαμε τις επιλογές μας, κάθε φορά που έπαιζε ο Παναθηναϊκός. Εγώ κάπου έξω, σε κάποιο μαγαζί ή σπίτι και εκείνος πίσω, έχοντας ανοιχτό ραδιόφωνο στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Ο αναγκαίος διαχωρισμός… προτεραιοτήτων συνέβη στα 14 μου. Δέκα χρόνια αργότερα, είμαι από εκείνους που έχουν το προνόμιο να βλέπουν από κοντά τα ματς και μάλιστα από θέσεις οι οποίες διαθέτουν τηλεοράσεις παρόμοιες με εκείνη που πριν από 10 χρόνια είδα τον Σαριέγκι να σκοράρει και τον Μουρίνιο να σκύβει το κεφάλι.

Το μότο «γήπεδο κάθε Κυριακή» δεν ήταν ποτέ στην ιδιοσυγκρασία του δασκάλου, όπως συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις πατέρα-γιου. Επίσης, τα τα μπινελίκια/ξεσπάσματα εν ώρα παιχνιδιού δεν ήταν αποδεκτά μέσα στο σπίτι.

Τουλάχιστον, αρκετά χρόνια μετά τη μεταξύ μας… οριστική «διάσπαση» στο θέμα «Παναθηναϊκός», κάθε πρότερη εμπειρία εξισορροπεί από τη στιγμή που πέφτει το (κλασικό πλέον) τηλέφωνο: «Πως μας είδες; Ήμασταν καλοί;»…

 

 

Αυτά που ήδη φαίνονται και όσα… δεν θέλουν να φανούν

Ο Παναθηναϊκός συνεχίζει να πορεύεται σε μια περίεργη μεν, μεταβατική δε σεζόν, επιλέγοντας να φανερώνει αυτά που αξίζει να βλέπει ο πολύς κόσμος, κρύβοντας όσα δεν θέλουν ( ; ) να φανούν.

Αν στα μέσα Αυγούστου ερχόταν ένας… μάντης και μας έλεγε: «Ο Παναθηναϊκός θα κάνει μια ήττα στα πρώτα δέκα ματς κι ο κόσμος θα γουστάρει με όσα βλέπει», θα… αγοράζαμε την πρόβλεψη και θα του δίναμε και κατιτίς παραπάνω. Αν και μέσα μας θα δυσκολευόμασταν να πιστέψουμε όσα μας είχε πει.

Στα μέσα του Νοέμβρη, η πραγματικότητα θα μας άφηνε και ολίγον τι… πικραμένους, βλέποντας την ομάδα του Δώνη να κυριαρχεί της ΑΕΚ στο ΟΑΚΑ (αλλά να μένει στο μηδέν) και να κρατάει μέχρι το 95ο λεπτό το «διπλό» στο Φάληρο. Αλλά, σε γενικές γραμμές, ουδείς δεν πρέπει να είναι πραγματικά δυσαρεστημένος από το 6-3-1 του Παναθηναϊκού στο διάβα του 1/3 του πρωταθλήματος. Πόσο μάλλον για το γεγονός πως αγωνιστικά, η ομάδα του Δώνη έχει καλύτερη συγκομιδή από τον ΟΣΦΠ και την ομάδα του Ουζουνίδη…

Αυτό είναι το κυριότερο σημείο που ο Παναθηναϊκός ως οργανισμός προμοτάρει και θέλει να φαίνεται στις περίεργες εποχές που διανύει. Βγάζει προς τα έξω την αγωνιστική του υγεία, το «ξεπέταγμα» παικτών που ήρθαν από τα σπλάχνα του και την αποτελεσματική δουλειά του Δώνη και του επιτελείου του. Και καλά κάνει, διότι σε αγωνιστικό επίπεδο, το πρότζεκτ του τριφυλλιού «πουλάει», σε μια Ελλάδα που ψάχνει τους επόμενους ήρωες και βλέπει ότι (έστω κι από ανάγκη) το τριφύλλι ακολουθεί το δόγμα «Βάλε μέσα κανέναν πιτσιρικά», που ακούγεται συχνά πυκνά στα καφενεία.

Αυτά που φαίνονται είναι εκείνα τα στοιχεία που «ψηλώνουν» τη φετινή έκδοση του Παναθηναϊκού στα «μάτια» οπαδών και αντιπάλων. Κι αυτά θα συνεχίσει να… προμοτάρει ο Δώνης, ο Νταμπίζας, το επιτελείο τους και όσοι σώφρονες υπάρχουν στα ενδότερα των γραφείων και του Κορωπίου. Για τα υπόλοιπα, κουβέντα… δεν γίνεται, κι αυτό είναι που προβληματίζει.

Τι συμβαίνει -αλήθεια- στο ιδιοκτησιακό;

Από την αρχή της σεζόν, ο Παναθηναϊκός έχει μπει σε κλίμα συντήρησης. Ο Γιάννης Αλαφούζος, θέλοντας και μη, αναμένοντας τον Παϊρότζ, θέλησε να βάλει… μπαταρίες στον βηματοδότη, καλύπτοντας τα βασικά έξοδα, κάτι που πέρσι δεν συνέβη και κόντεψε να τινάξει τον σύλλογο στον αέρα. Πλέον, ο σύλλογος εμφανίζει μια κάποια τυπικότητα στις πληρωμές και παράλληλα κάνει αγώνα για να καλύψει τις εκατοντάδες τρύπες που δημιουργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, κόντρα σε… αδηφάγους πιστωτές, πρώην παίκτες και συνεργάτες. Κάτι το οποίο έπρεπε να συμβεί και συνέβη, δίχως ωστόσο να αξίζουν πανηγυρισμοί και «μπράβο» για το γεγονός πως πλέον, γίνονται (έστω) τα… βασικά.

Ο Mr ΣΚΑΪ σίγουρα δεν ξύπνησε μια μέρα και είπε «επιστρέφω». Τουναντίον, αυτό που έβγαινε από το περιβάλλον του είναι ότι θέλει να παραδώσει την ΠΑΕ όσο πιο νοικοκυρεμένη γίνεται στον επόμενο. Ο οποίος… επόμενος, δεν έχει δείξει ως τώρα ότι καίγεται για να αναλάβει τον ρόλο. Για την ακρίβεια, ουδείς πρέπει να είναι σίγουρος για το τι συμβαίνει σε αυτό το ευαίσθητο θέμα του ιδιοκτησιακού.

Ο επόμενος Παϊρότζ φερόταν έτοιμος να μπει ως μεγαλομέτοχος, βάζοντας κάτι εκατομμύρια, τα οποία έπεσαν στο μισό και έπειτα ξανά στο μισό, μέχρι να μάθουμε ότι έγινε κάτι σαν… συνέταιρος του Αλαφούζου, ο οποίος μάλιστα έφτασε να… περιμένει καρτερικά τον Ταϊλανδό ώστε να βάλει ένα μικροποσό στα ταμεία για να καλυφθούν τα έξοδα.

Όλα αυτά προκύπτουν από διαρροές, ρεπορτάζ, φήμες, σενάρια. Όχι από καμία επίσημη τοποθέτηση. Κι αυτό πληγώνει το όποιο πρεστίζ υπάρχει στο θέμα, δημιουργώντας ασάφειες και πολλά ερωτήματα. Μια εμφάνιση της οικογένειας Παϊρότζ στο ΟΑΚΑ στο ματς με τη Λαμία, μια δήλωση του Αλαφούζου μέσω του γραφείου του και… αυτό ήταν. Ο ίδιος ο Παϊρότζ δεν έχει πει ούτε μια ατάκα ενώπιον ΜΜΕ και φιλάθλων σχετικά με το ποιος είναι, τι θέλει να κάνει στον Παναθηναϊκό και που το πάει…

Όλα τα παραπάνω είναι αυτά που κρύβονται, ή κάποιος/κάποιοι δεν θέλουν να φανούν, με αποτέλεσμα όλοι οι υπόλοιποι να περιμένουμε… επι ματαίω ( ; ) για να μάθουμε δύο απλά πράγματα. Όσο ο Παϊρότζ, η όποιος τέλος πάντων θέλει να επενδύσει πίσω από την Pan Asia δεν εμφανίζεται να εξηγηθεί, λέγοντας δύο-τρία απλά πράγματα, τόσο θα μεγαλώνει η καχυποψία.

Μέχρι τότε, ο Παναθηναϊκός θα πορεύεται… τσίμα-τσίμα κάθε μήνα, «βγάζοντας» τις βασικές υποχρεώσεις για να μην τιναχτούν τα πάντα στον αέρα (γεγονός που κρατά στη ζωή τα ταμεία, αλλά δεν προϋποθέτει μακροπρόθεσμη ανάπτυξη) ευελπιστώντας ότι ο Γιώργος Δώνης και τα παιδιά του θα συνεχίσουν να θαμπώνουν άπαντες στον αγωνιστικό χώρο.

Όσο κι αν γουστάρουμε με τα όσα μας φανερώνουν ο Δώνης, ο Νταμπίζας και οι παίκτες, οφείλουμε κάποια στιγμή να μάθουμε γιατί δεν φανερώνονται όλα τα υπόλοιπα…

Ποδόσφαιρο, το πιο σημαντικό από τα… ασήμαντα πράγματα της ζωής μας

Ένα κλισέ από τον τίτλο κι άλλο ένα (πρώτα η υγεία) που ορίζουν τις καταστάσεις της ζωής μας και εμφανίστηκαν στο ντέρμπι του Φαλήρου με τον πιο σκληρό τρόπο. Του Κώστα Κουτσαυλή.

Θεωρητικά, η κουβέντα έπειτα από ένα τόσο «γεμάτο» ντέρμπι μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού, θα έπρεπε να είναι αμιγώς ποδοσφαιρική. Ωστόσο, η ζωή τα έφερε έτσι ώστε οι καταστάσεις καλύψουν το κάθε τι ποδοσφαιρικό θα μπορούσε να συζητηθεί, τουλάχιστον σε πρώτη φάση.

Ο Σωκράτης Διούδης σωριάστηκε στο έδαφος μετά από γονατιά στο κεφάλι του, σε διεκδικούμενη φάση η οποία μάλιστα κατέληξε σε (ακυρωθέν) γκολ του Ολυμπιακού. Για πέντε λεπτά, ο χρόνος είχε σταματήσει στο Καραϊσκάκη. Πράσινοι και κόκκινοι, κόκκινοι και πράσινοι, ξεπέρασαν διαφορές και φανέλες και περίμεναν να μάθουν -με την ίδια αγωνία- τα νεότερα για την υγεία ενός συναδέλφου τους. Ενός ανθρώπου, παν’ απ’ όλα. Την ίδια αγωνία είχε και η συντριπτική πλειοψηφία της εξέδρας, που χειροκρότησε ιπποτικά τον Διούδη στο διάστημα της εξόδου του με το φορείο από τον αγωνιστικό χώρο. Εκείνη τη στιγμή δεν ήταν μόνο παίκτης του Παναθηναϊκού, αλλά παν’ απ’ όλα άνθρωπος. Ευτυχώς, ο πορτιέρε του τριφυλλιού διέφυγε τον κίνδυνο και το πρωί της Δευτέρας θα πάρει εξιτήριο…

Λίγη ώρα αργότερα, έγινε γνωστή η κατάρρευση ενός οπαδού του Ολυμπιακού στην εξέδρα. Δεν άντεξε τη συγκίνηση και «έσβησε». Μεταφέρθηκε το συντομότερο δυνατό στο νοσοκομείο, αλλά δεν τα κατάφερε και απεβίωσε. Ένας άνθρωπος σαν όλους μας, ο οποίος «έφυγε» σε έναν χώρο που πήγε για να διασκεδάσει. Να δει την ομάδα του και να περάσει ένα ωραίο βράδυ Κυριακής. Ωστόσο, δυστυχώς, το σενάριο γράφτηκε διαφορετικά και η κατάληξη ήταν μακάβρια.

Είναι αρκετά στενάχωρο το να ασχολούμαστε με δύο περιστατικά τα οποία μας ταρακούνησαν και δεν είχαν πραγματική σχέση με το ποδόσφαιρο, αλλά τη ζωή. Αλλά από την άλλη, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να μπορέσεις να προσηλωθείς σχετικά με το αν πίεσε σωστά ο Ολυμπιακός, αν άργησε να σκοράρει, ή αν ο Παναθηναϊκός άξιζε να ισοφαριστεί ή ακόμη και να χάσει.

Γι αυτά, θα υπάρξει χρόνος από αύριο. Διότι η ζωή συνεχίζεται. Και πολύ γρήγορα, οι περισσότεροι εξ ημών θα ξεχάσουν όσα έγιναν, ή θα τα «θάψουν» βαθιά στο υποσυνείδητό τους. Όλοι εκτός από τους άμεσα εμπλεκόμενους, όπως είναι η οικογένεια και οι φίλοι του εκλιπόντος, που σημαδεύτηκαν μια για πάντα.

Απλά, η ζωή ήρθε με τον άσχημο τρόπο να μας υπενθυμίσει ότι πέρα από τη μπάλα, το «σου ‘πα – μου ‘πες», το «σε γ@μαω, σε τρέχω», τις μεταγραφές, τον πρόεδρο που κάνει ή δεν κάνει και τα… ευχολόγια, η υγεία και η ανθρώπινη ζωή είναι πάνω απ’ όλα. Το ποδόσφαιρο, όπως είχε γραφτεί και ακουστεί κάποτε, είναι το πιο σημαντικό από τα ασήμαντα πράγματα της ζωής μας. Ίσως η πιο σωστή διαπίστωση για το άθλημα που όλοι αγαπάμε.

Αυτές τις ώρες, το σοκ είναι μεγάλο. Οι εικόνες από το γήπεδο με τον Διούδη σωριασμένο στο έδαφος, αλλά και οι αντίστοιχες από την εξέδρα, χτυπούν κατευθείαν στο συναίσθημα και προκαλούν τον γνωστό κόμπο στο στομάχι. Αλλά, σε λίγες ημέρες, τα καφενεία θα γεμίσουν ξανά, οι συζητήσεις θα επιστρέψουν στα ποδοσφαιρικά, στα ραδιόφωνα δεν θα ακούγονται πλέον συλλυπητήρια και άπαντες θα περιμένουν την επόμενη αγωνιστική, για να δουν την ομαδάρα τους, την «κ@υλα» τους, όπως αναφέρουν.

Η ζωή θα συνεχιστεί, αλλά αυτό που δεν πρέπει να ξεχαστεί, ή τουλάχιστον να μη γραφτεί κάπου στα… κατάβαθα, είναι πως τίποτα δεν μπαίνει παραπάνω από την υγεία και την ανθρώπινη ζωή. Περαστικά στον Σωκράτη Διούδη και συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του οπαδού του Ολυμπιακού…